Η απόφαση που αναμένεται να λάβει σήμερα το Υπουργικό Συμβούλιο για τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού και συμπαρασύρει τριετίες, επιδόματα και έχει άμεσο αντίκτυπο και στους μισθούς του Δημοσίου διαμορφώνει το νέο δεδομένο στην οικονομική πολιτική της κυβέρνησης, που εν μέσω της κρίσης και των οικονομικών επιπτώσεων, που προκαλεί ο πόλεμος στο Ιράν, αναδιαμορφώνεται συνεχώς.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της Λίδας Μπόλα στη «Political» το Μέγαρο Μαξίμου έχει δεσμευτεί ότι στο τέλος της τετραετίας, τον Απρίλιο του 2027, ο κατώτατος μισθός θα ανέρχεται στα 950 ευρώ, με τις εκτιμήσεις να προβλέπουν ότι η φετινή αύξηση θα φέρει τις αποδοχές κοντά στα 920-930 ευρώ, από 880 ευρώ που είναι σήμερα και 650 ευρώ που ήταν το 2019.
Χωρίς να συνυπολογίζεται η νέα αύξηση, ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί έως σήμερα κατά 35,4%, που, όπως σημειώνουν κυβερνητικές πηγές, ισοδυναμεί με 3.220 ευρώ μεικτά σε ετήσια βάση, υπερβαίνοντας τον αντίστοιχο πληθωρισμό, επισημαίνοντας μάλιστα ότι οι αλλεπάλληλες αυξήσεις του βασικού μισθού δεν έχουν επηρεάσει την πτωτική πορεία της ανεργίας, η οποία τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε στο 7,7%, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.
Κορωνίδα του σχεδιασμού
Η νέα αύξηση του κατώτατου μισθού, η οποία θα ισχύσει από 1ης Απριλίου, θα έρθει να προστεθεί σε ένα συγκεκριμένο αφήγημα που η κυβέρνηση έχει διαμορφώσει τα τελευταία χρόνια, όπου η ενίσχυση των εισοδημάτων ιεραρχείται ως κύρια προτεραιότητα, με τις μειώσεις φόρων και τη νέα φορολογική κλίμακα, που τέθηκε σε εφαρμογή από 1ης Ιανουαρίου, να αποτελούν την κορωνίδα του κυβερνητικού σχεδιασμού, που συμπληρώνεται από την αύξηση του μέσου μισθού, όπως καταγράφεται ήδη από το 2025, πάνω από τα 1.500 ευρώ.
Στο ίδιο πλέγμα μέτρων περιλαμβάνονται η ψήφιση της Εθνικής Κοινωνικής Συμφωνίας για τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, η ψηφιακή κάρτα εργασίας, που οδήγησε σε αύξηση των υπερωριών που δηλώνονται, αλλά και η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 μονάδες σωρευτικά.
Οι νέες πληθωριστικές πιέσεις που θεωρούνται δεδομένες το επόμενο διάστημα και οι ανατιμήσεις στα καύσιμα και στο σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας κινητοποιούν το Μέγαρο Μαξίμου και το οικονομικό επιτελείο, που έχουν ήδη προχωρήσει σε δύο πακέτα μέτρων στήριξης και μιλούν για «εφεδρείες» που θα χρησιμοποιηθούν αν αυτό απαιτηθεί από τις εξελίξεις. Βασικοί άξονες των αποφάσεων που λαμβάνονται, όπως επισημαίνει το κυβερνητικό επιτελείο, είναι «να βγαίνει ο λογαριασμός» -καθώς η τήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας θεωρείται αδιαπραγμάτευτη για τον Κυριάκο Μητσοτάκη-, να εξασφαλίζεται ότι οι όποιες μειώσεις αποφασίζονται θα περάσουν στον καταναλωτή και να στηρίζονται πρωτίστως οι πιο ευάλωτοι.
Είναι σαφές ότι η διάρκεια του πολέμου και το εύρος των επιπτώσεων, που θα επιφέρει, σε συνδυασμό με τον χρόνο που θα χρειαστεί για την επαναφορά της οικονομίας σε συνθήκες «κανονικότητας», επηρεάζουν το σύνολο του στρατηγικού σχεδιασμού και του σχεδιασμού της οικονομικής πολιτικής για το Μέγαρο Μαξίμου. Απορρίπτοντας κάθε εισήγηση έως τώρα για πρόωρη προσφυγή στις κάλπες και επιμένοντας ότι οι εθνικές εκλογές θα γίνουν το 2027, ο κ. Μητσοτάκης καλείται να συνυπολογίσει όλα τα δεδομένα μέσα στους επόμενους μήνες και πριν έρθει η ώρα των αποφάσεων για τις ανακοινώσεις της κυβέρνησης στην επόμενη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου πριν ξεσπάσουν τα τελευταία γεγονότα θεωρούνταν ως ο καταλύτης για το πολιτικό κλίμα μέσα στο οποίο η χώρα θα οδηγούνταν στις κάλπες.
Η αναγκαιότητα λήψης έκτακτων μέτρων στήριξης ώστε να περιοριστούν οι αρνητικές συνέπειες του πολέμου οδηγεί σε αναδιαμόρφωση τόσο των δημοσιονομικών περιθωρίων που υπάρχουν όσο και των προβλέψεων για τους ρυθμούς ανάπτυξης της οικονομίας, παρότι είναι δεδομένο ότι μεγέθη, όπως οι έμμεσοι φόροι, που οδηγούν σε αυξημένα έσοδα λόγω των αυξημένων τιμών, διατηρούν έως σήμερα σε ασφαλές επίπεδο και τον δημοσιονομικό χώρο που θα έχει στη διάθεσή του το Μέγαρο Μαξίμου.
Στην κορυφή της ατζέντας
Στο κυβερνητικό επιτελείο επισημαίνουν ότι αυτή την ώρα η μόνη βεβαιότητα είναι ότι η οικονομία επανέρχεται στην κορυφή της ατζέντας λόγω των αναταράξεων που προκαλούν παγκοσμίως οι γεωπολιτικές εξελίξεις, αλλά και του κρίσιμου ρόλου που της αναλογεί σε κάθε εκλογική αναμέτρηση. Στις δημοσκοπήσεις το ζήτημα της ακρίβειας παραμένει το πρώτο στην ιεράρχηση των πολιτών εδώ και σχεδόν δύο χρόνια, με την ανησυχία να εντείνεται περαιτέρω τις τελευταίες εβδομάδες.
Ταυτόχρονα όμως στο Μέγαρο Μαξίμου βλέπουν ότι στις δημοσκοπήσεις αρχίζει να αποτυπώνεται μια εικόνα συσπείρωσης δυνάμεων γύρω από τη ΝΔ, καθιστώντας ως «στοίχημα» τη δημιουργία τέτοιων συνθηκών που θα της δώσουν τη δυνατότητα να χτίσει πάνω σε αυτά τα δημοσκοπικά δεδομένα. Η εικόνα που θα διαμορφωθεί στον χώρο της αντιπολίτευσης θα είναι καθοριστική για το πολιτικό σκηνικό, καθώς έως τώρα σε καμία μέτρηση δεν φαίνεται να αναδύεται ένας συγκροτημένος εναλλακτικός πόλος.












