Η Ισπανία προχωρά σε ένα πακέτο άμεσων μέτρων για την ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων από τις αυξήσεις στις τιμές ενέργειας, οι οποίες εντείνονται λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Η κυβέρνηση της Μαδρίτης ανακοίνωσε μείωση του ΦΠΑ στα καύσιμα από 21% σε 10%, ενώ εξετάζεται και η αναστολή του ειδικού φόρου κατανάλωσης στους υδρογονάνθρακες. Οι κινήσεις αυτές αναμένεται να μειώσουν την τιμή της βενζίνης και του ντίζελ κατά 0,30–0,40 ευρώ ανά λίτρο.
Παράλληλα, καταργείται ο φόρος 5% στην κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, ενισχύοντας περαιτέρω τη στήριξη στην αγορά.
Η Ισπανία επενδύει επίσης στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, οι οποίες καλύπτουν μεγάλο μέρος της ηλεκτροπαραγωγής, περιορίζοντας την έκθεσή της στις διακυμάνσεις των διεθνών τιμών πετρελαίου.
Στο ίδιο μήκος κύματος, και άλλες χώρες παίρνουν μέτρα για να περιορίσουν την επιβάρυνση των καταναλωτών:
- Αυστρία: Μείωση φόρων στα καύσιμα και πλαφόν στα περιθώρια κέρδους των πρατηρίων, με στόχο μείωση περίπου 0,10 € ανά λίτρο για βενζίνη και ντίζελ, μέχρι το τέλος του έτους.
- Ουγγαρία: Επαναφορά προσωρινών πλαφόν στις τιμές βενζίνης και πετρελαίου κίνησης, μαζί με αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων καυσίμων για να κρατηθούν οι τιμές σε χαμηλά επίπεδα.
- Νότια Κορέα: Παράταση των μειώσεων φόρων στα αυτοκινητικά καύσιμα — 7% για βενζίνη και 10% για diesel/LPG — μέχρι το τέλος Απριλίου, για να ελαφρυνθεί η οικονομική επιβάρυνση των οδηγών.
- Ταϊλάνδη: Σχέδια για πλαφόν στην τιμή του diesel, χρήση ειδικών κεφαλαίων και πιθανή μείωση φόρων καυσίμων, με στόχο να συγκρατηθούν οι τιμές στην εγχώρια αγορά.
Η κοινή τάση σε όλες αυτές τις χώρες είναι να μετριαστεί η πίεση στις τιμές ενέργειας είτε μέσω φορολογικών ελαφρύνσεων, είτε με πλαφόν, είτε με προσωρινή απελευθέρωση αποθεμάτων. Πρόκειται για άμεση αντίδραση στις διεθνείς αναταράξεις και τις αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου, που επηρεάζουν τόσο τα νοικοκυριά όσο και τις επιχειρήσεις.
Με αυτά τα μέτρα, η Ισπανία και οι υπόλοιπες χώρες προσπαθούν να προσφέρουν μια «ασπίδα» προστασίας στους πολίτες τους, ενώ ταυτόχρονα παρακολουθούν τις εξελίξεις στις διεθνείς αγορές, ώστε να προσαρμόσουν τις πολιτικές τους ανάλογα με τη μεταβλητότητα των τιμών.












