Αλλαγή τάσης στην πλέον δημοφιλή κατηγορία προϊόντων για ηλεκτρικό ρεύμα, τα σταθερά ή μπλε τιμολόγια, φέρνουν η γεωπολιτική αναταραχή, η άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου και γενικότερα το περιβάλλον υψηλού ρίσκου που συντηρείται το τελευταίο διάστημα στις ενεργειακές αγορές.
Τα πρώτα δείγματα των ανατροπών που φέρνει η άνοδος του κόστους παραγωγής για τους προμηθευτές είναι ήδη ορατά. Όπως γράφει ο Γιώργος Φιντικάκης στην εφημερίδα «Political», άλλοι πάροχοι έχουν αποσύρει από τις ιστοσελίδες τους κάποια σταθερά τιμολόγια που μέχρι πρότινος προσφέρονταν σε τιμές κάτω των 10 λεπτών η κιλοβατώρα (kw), εμφανίζοντας στη θέση τους ακριβότερα προγράμματα με πολεμικό «premium». Και άλλοι ενημερώνουν τους υποψήφιους πελάτες τους ότι επίκειται η έκδοση νέων προϊόντων με υψηλότερες χρεώσεις.
Το τίμημα της ασφάλειας
Αν ρίξει κανείς μια ματιά στην επίσημη λίστα της ΡΑΑΕΥ με τα προϊόντα που κυκλοφορούν ανά εταιρεία, ενώ μέχρι πρότινος έβρισκε μια πληθώρα σταθερών τιμολογίων με τιμές πέριξ των 9-9,9 λεπτών η κιλοβατώρα, πλέον στην κατηγορία αυτή συναντά μόνο… τέσσερα. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα μπλε έχουν πάψει να συμφέρουν, αφού ακόμη και μετά τις αυξήσεις παραμένουν ανάμεσα στα φθηνότερα της ελληνικής αγοράς, προσφέροντας το μοναδικό πλεονέκτημα της σταθερότητας απέναντι σε απότομες διακυμάνσεις. Το τίμημα απλώς αυτής της ασφάλειας αρχίζει να αυξάνεται.
Στο ερώτημα πού οφείλεται αυτή η εξέλιξη, η απάντηση συνδέεται με την ίδια τη δομή των σταθερών τιμολογίων. Όταν μια εταιρεία παρέχει προϊόντα με κλειδωμένη τιμή για διάστημα ενός χρόνου, σημαίνει ότι πρέπει να «χετζάρει», δηλαδή να πάρει μέτρα αντιστάθμισης του κινδύνου για όλη την ενέργεια που θα παράσχει το συγκεκριμένο διάστημα προς τους συγκεκριμένους πελάτες με σταθερά τιμολόγια. Όταν οι τάσεις στη χονδρεμπορική αγορά είναι ανοδικές και τα επίπεδα των 9 λεπτών η κιλοβατώρα που βλέπουμε στην αγορά δεν αντανακλούν σε καμία περίπτωση τα κόστη των εταιρειών, απαιτούνται ακόμη μεγαλύτερα ποσά για hedging, δυνατότητα που πολύ λίγες εταιρείες διαθέτουν.
Ήρθε η ώρα του λογαριασμού
Στη πραγματικότητα, αυτό που αρχίζει να διαφαίνεται στον χώρο είναι ότι έχει έρθει η ώρα του λογαριασμού για μια σειρά εταιρειών (όχι απαραίτητα μόνο μικρών), οι οποίες μέσω των πολύ φθηνών μπλε τιμολογίων είχαν καταφέρει τα τελευταία χρόνια να «κτίσουν» σημαντικά μερίδια στην αγορά. «Σε μια συγκυρία όπου κανείς δεν γνωρίζει πόσο θα κρατήσει η αναταραχή στις αγορές και μια εταιρεία διατρέχει το ρίσκο να κλείσει μαζικά προθεσμιακά συμβόλαια σε υψηλές τιμές αλλά μετά οι τιμές να πέσουν, τα σταθερά προγράμματα αποτελούν πλέον έναν αυξανόμενο κίνδυνο για τους προμηθευτές», εξηγεί παράγοντας του χώρου.
Ακτινογραφώντας την κατάσταση, η αγορά του ρεύματος δείχνει όλο και περισσότερο σημάδια εξορθολογισμού από τις «υπερβολές» του παρελθόντος και αρχίζει να εγκαταλείπει επίπεδα τιμών που οριακά κάλυπταν τα κόστη των εταιρειών, αλλαγή που αποτυπώνεται και στις προωθητικές ενέργειες. Σε όλο και περισσότερα προγράμματα, παρατηρείται μια αλλαγή πλεύσης σε σχέση με το μπαράζ εκπτώσεων, μπόνους εγγραφής και πληθώρας άλλων κινήτρων που ήταν κυρίαρχα μέχρι πρότινος στο μάρκετινγκ των παρόχων. Αυτά όλα δεν σημαίνουν επ’ ουδενί ότι θα σταματήσει η τάση φυγής από τα πράσινα τιμολόγια προς τη σιγουριά της σταθερότητας. Απλώς ο ρυθμός των προηγούμενων μηνών μπορεί να κατεβάσει ταχύτητα.
Πάνω από 1,5 εκατ. πελάτες στα σταθερά
Κοιτάζοντας τη μεγάλη εικόνα, ακόμη και τους μήνες όπου οι τιμές στα πράσινα τιμολόγια κινούνταν πτωτικά, η τάση υπέρ των μπλε όχι μόνο δεν ανακόπηκε αλλά εντάθηκε, όχι μόνο επειδή είναι ελκυστικά, όσο κυρίως επειδή ένας συνεχώς αυξανόμενος αριθμός καταναλωτών έχει κουραστεί να διακατέχεται από το άγχος του τι θα συμβεί με τα «πάνω-κάτω» στο ρεύμα.
Τα επίσημα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ για την κατανομή ανά χρωματική κατηγορία στην αγορά του ρεύματος που αφορούν το πρώτο δεκάμηνο του 2025 δείχνουν ότι τα σταθερά τιμολόγια έχουν ξεπεράσει το 1,5 εκατ. πελάτες. Στην πραγματικότητα, οι εκτιμήσεις της αγοράς που αποτυπώνουν την τρέχουσα κατάσταση τοποθετούν τους καταναλωτές με μπλε προϊόντα στο 1,8-1,9 εκατ., γεγονός που σημαίνει ότι στους αμέσως επόμενους μήνες η κατηγορία θα «πιάσει» τα 2 εκατομμύρια. Η συντριπτική πλειοψηφία των πελατών αυτών προέρχεται από τη μεγάλη δεξαμενή των πρασίνων. Τα τελευταία, από 4,14 εκατ. νοικοκυριά στις αρχές του 2025, υπολογίζεται ότι μετρούν πλέον κοντά στα 3,2- 3,3 εκατ., με απώλειες γύρω στους 60.000 πελάτες κάθε μήνα.












