Η Λάιζα Μινέλι, στα ογδόντα της χρόνια, αποφασίζει επιτέλους να ανοίξει τα πιο σκοτεινά και φωτεινά δωμάτια της ζωής της. Στο βιβλίο Kids, Wait Till You Hear This! ξεδιπλώνει με ωμότητα και τρυφερότητα τις πτυχές μιας διαδρομής που έμοιαζε πάντα να ισορροπεί ανάμεσα στη λάμψη και στο χάος. Κι όμως, για δεκαετίες ολόκληρες, η ίδια επέμενε πως δεν θα έγραφε ποτέ αυτοβιογραφία. «Πείτε τα, όταν φύγω», έλεγε.
Μέχρι που εξοργίστηκε. Οι ανακριβείς απεικονίσεις της ζωής της μητέρας της, της θρυλικής Τζούντι Γκάρλαντ, αλλά και της δικής της, την ανάγκασαν να πάρει το μολύβι στα χέρια της – με τη βοήθεια του στενού της φίλου, Μάικλ Φάινσταϊν. Το People μεταφέρει αποκλειστικά κομμάτια του βιβλίου της.

Ανάμεσα στις σελίδες, η Λάιζα επιστρέφει στα παιδικά της χρόνια, τότε που η λάμψη του Χόλιγουντ δεν αρκούσε για να κρύψει την εύθραυστη πραγματικότητα. «Στα 13 μου ήμουν η φροντίστρια της μητέρας μου», γράφει. «Νοσοκόμα, γιατρός, ειδική για τα φάρμακά της και ψυχίατρος, όλα σε ένα». Θυμάται τον εαυτό της να τηλεφωνεί σε γιατρούς, να παρακαλεί για συνταγές, να προσπαθεί να κρατήσει όρθια μια γυναίκα που ο κόσμος λάτρευε, αλλά η ίδια έβλεπε να λυγίζει.
Ο θάνατος της Γκάρλαντ το 1969 τη βύθισε σε ένα πένθος που δεν είχε πάτο. «Έκλαιγα οκτώ συνεχόμενες ημέρες», εξομολογείται. Κι εκεί, μέσα στην απόγνωση, γεννήθηκε ο δικός της εθισμός – ένα «τελευταίο δώρο», όπως το αποκαλεί, μια κληρονομιά που δεν μπόρεσε να αποφύγει. «Το άγχος και η ένταση με κατέκλυσαν. Ένας γιατρός μου έγραψε Valium για να χαλαρώσω πριν από την κηδεία. Αυτό που ξεκίνησε ως ευλογία μιας ημέρας σύντομα έγινε συνήθεια και μετά πλήρης εθισμός. Ήταν ένα τελευταίο δώρο, μια γενετική κληρονομιά από τη μαμά που δεν μπορούσα να αποφύγω», εξομολογείται.
Η ζωή της, όμως, δεν ήταν μόνο απώλειες. Ήταν και έρωτες. Θυελλώδεις, παράφοροι, συχνά καταστροφικοί. Με τον πρώτο της σύζυγο, τον Πίτερ Άλεν, η αλήθεια έσκασε σαν κεραυνός ένα απόγευμα, όταν γύρισε νωρίτερα από τα ψώνια. Τον βρήκε στο κρεβάτι τους με έναν άντρα.
«Επιστρέφοντας νωρίτερα από μια απολαυστική βόλτα για ψώνια, μπήκα στο διαμέρισμά μας και βρήκα τον Πίτερ να κάνει παθιασμένο σεξ. Με έναν άνδρα. Στο κρεβάτι μας», γράφει. Και συνεχίζει: «Καθώς ο άλλος κύριος ντυνόταν γρήγορα και εξαφανιζόταν, ένιωθα εύθραυστη και φοβισμένη. Πολύ παγωμένη συναισθηματικά για να εκφράσω τον θυμό και τον πόνο μου.
«Ένιωθα εύθραυστη και φοβισμένη», γράφει. «Πολύ παγωμένη για να εκφράσω τον θυμό μου». Τότε ο Πίτερ ήρθε κοντά μου και με αγκάλιασε σφιχτά. Και οι δύο αρχίσαμε να κλαίμε. Με λυγμούς. Μου είπε για πρώτη φορά: “Λάιζα, σ’ αγαπώ περισσότερο από οποιονδήποτε στον κόσμο… και είμαι γκέι”».
Αργότερα, θα ζήσει έναν έρωτα «με περισσότερα στρώματα από λαζάνια» με τον Μάρτιν Σκορσέζε, θα παντρευτεί τον Ντέιβιντ Γκεστ – τον οποίο σήμερα αποκαλεί «κλόουν» – και θα βιώσει αποβολές που την σημάδεψαν βαθιά. «Προφανώς δεν ήμουν νηφάλια όταν παντρεύτηκα αυτόν τον κλόουν…», σημειώνει και σχολιάζει για τον πολυτελή γάμο τους: «Επίσης, ληστεία μετά βίας καλυμμένη. Ό,τι δεν μπορούσε να εξασφαλίσει δωρεάν, το χρέωσε στην American Express. Στη δική μου American Express».
«Το ότι δεν έγινα μητέρα είναι μια τραγωδία που δεν θα ξεπεράσω ποτέ», παραδέχεται.
Οι εξαρτήσεις της έγιναν ένα μακρύ, σκοτεινό μονοπάτι. Από βενζοδιαζεπίνες και κοκαΐνη μέχρι OxyContin, η Λάιζα πέρασε δεκαετίες παλεύοντας με δαίμονες που γνώριζε πολύ καλά.
«Είχα θέση πρώτης σειράς στους δαίμονες της μαμάς. Αλλά ήμουν πεπεισμένη ότι ήμουν διαφορετική. Χρησιμοποιούσα κοκαΐνη, αλλά έτσι έκαναν όλοι. Μωρό μου, τα είχα όλα υπό έλεγχο. Τι βλακείες».
Σήμερα, δηλώνει έντεκα χρόνια νηφάλια. «Δεν υπάρχει επιστροφή», γράφει. «Αν κάποιος μου προσφέρει σαμπάνια, την αφήνω κάτω».
Στις σελίδες της αυτοβιογραφίας της, δεν λείπουν ούτε οι στιγμές θριάμβου. Για τον ρόλο της στο Cabaret, που της χάρισε το Όσκαρ το 1972, αποκαλύπτει πως δεν είχε καν ετοιμάσει λόγο αποδοχής – ήταν σίγουρη ότι θα κέρδιζε η Νταϊάνα Ρος. Όταν άκουσε το όνομά της, ο πατέρας της ούρλιαξε τόσο δυνατά που της προκάλεσε εμβοές.
Και φυσικά, μιλά για την εμφάνισή της στα Όσκαρ το 2022, όταν βγήκε στη σκηνή σε αναπηρικό αμαξίδιο δίπλα στη Lady Gaga. «Μου δόθηκε ανεξήγητα εντολή – δεν με ρώτησαν καν – να καθίσω σε αναπηρικό αμαξίδιο ή να μην εμφανιστώ καθόλου. Μου είπαν ότι ήταν λόγω ηλικίας και για λόγους ασφαλείας… που ήταν ανοησίες. Δεν θα μου φέρονται έτσι, είπα».
Από την άλλη, με αιχμηρό τόνο σχολιάζει για τη Lady Gaga: «Όταν μπέρδεψα λίγες λέξεις, η Gaga, που ήταν δίπλα μου, δεν έχασε ευκαιρία να παίξει τον ρόλο της καλοσυνάτης ηρωίδας μπροστά σε όλο τον κόσμο. “Σε έχω”, είπε, σκύβοντας πάνω μου».
Παρά όλα αυτά, όταν η ποπ σταρ τη ρώτησε στα παρασκήνια «Είσαι καλά;», η Λάιζα, πιστή στην ευγένεια που έμαθε από τους γονείς της, απάντησε μόνο: «Είμαι μεγάλη θαυμάστρια».
Κι όμως, μέσα από όλα αυτά – τις πληγές, τις υπερβολές, τις νίκες και τις ήττες – η Μινέλι καταλήγει σε μια φράση που μοιάζει να συνοψίζει τη ζωή της:
«Υπάρχει πάντα ένα ουράνιο τόξο – αν ξέρεις πού να το ψάξεις».











