Υπάρχουν ειδήσεις που δεν μετριούνται μόνο σε αριθμούς. Μετριούνται σε διαδρομές που γίνονται δυνατές, σε ραντεβού που δεν ακυρώνονται, σε ανθρώπους που μπορούν να φύγουν από το σπίτι τους χωρίς να πρέπει πρώτα να κερδίσουν μια μικρή μάχη. Η ενίσχυση της δωρεάν υπηρεσίας μετακίνησης αναπήρων πολιτών της ΟΣΥ, από τρία σε δέκα ειδικά διαμορφωμένα οχήματα, είναι μια τέτοια είδηση.
Η πρόσφατη παρουσίαση των δέκα δράσεων για τους ανάπηρους πολίτες, που συντονίζεται από τον υπουργό Επικρατείας Άκη Σκέρτσο, έδωσε σε αυτή την εξέλιξη ένα ευρύτερο πλαίσιο. Συγκεκριμένα, τα ειδικά οχήματα της ΟΣΥ διατίθενται δωρεάν, με ραντεβού, για εργασία ή για οποιαδήποτε καθημερινή ανάγκη, ενώ τα δρομολόγια, που ήδη έχουν φτάσει τις 3.000, αναμένεται να υπερδιπλασιαστούν, όπως ανακοίνωσε ο αναπληρωτής υπουργός Υποδομών και Μεταφορών Κωνσταντίνος Κυρανάκης, με τον συνολικό στόλο να φτάνει πλέον τα δέκα οχήματα.
Η υπηρεσία αυτή δεν ξεκίνησε σήμερα. Δημιουργήθηκε το 2006, όταν οι αστικές συγκοινωνίες είχαν ακόμη μεγάλες ελλείψεις προσβασιμότητας. Για χρόνια τρία ειδικά διασκευασμένα οχήματα προσπαθούσαν να καλύψουν ανάγκες πολύ μεγαλύτερες από τις δυνατότητές τους. Και πίσω από αυτά υπήρχε η υπεράνθρωπη προσπάθεια των τεχνικών, των οδηγών και των εργαζομένων της ΟΣΥ, που κρατούσαν ζωντανό έναν πεπαλαιωμένο στόλο με γνώση, φιλότιμο και ευθύνη, κάτι που σπάνια φαίνεται στις ανακοινώσεις.
Προεκλογικά, το 2024, όταν βρέθηκα στην ΟΣΥ, στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη, επέλεξα να αναδείξω αυτά τα ειδικά διαμορφωμένα οχήματα που εξυπηρετούσαν δωρεάν αναπήρους πολίτες, οι οποίοι δεν μπορούσαν να μετακινηθούν με το υπάρχον συγκοινωνιακό δίκτυο. Όχι ως τεχνική λεπτομέρεια. Αλλά ως πολιτικό ζήτημα, αφού προσβασιμότητα σημαίνει ποιότητα ζωής.
Ένα τέτοιο όχημα δεν σημαίνει απλώς μεταφορά. Σημαίνει να πας στον γιατρό σου χωρίς να παρακαλάς. Να πας στη δουλειά σου χωρίς να εξαρτάσαι. Να βρεθείς με φίλους, να συμμετάσχεις σε μια εκδήλωση, να κινηθείς μέσα στην πόλη με αξιοπρέπεια. Για τους περισσότερους αυτά είναι αυτονόητα. Για πολλούς ανάπηρους πολίτες ήταν για χρόνια υπόθεση προγραμματισμού, άγχους και αναμονής.
Αυτό είναι και το νόημα της πολιτικής… να μετατρέπει μια ανάγκη, που για χρόνια αντιμετωπιζόταν ως εξαίρεση, σε δημόσια δέσμευση. Να μην περιμένει ο πολίτης να συγκινηθεί κάποιος για να κινηθεί, αλλά να βρίσκει μπροστά του μια υπηρεσία που λειτουργεί, τον σέβεται και του επιτρέπει να οργανώνει τη ζωή του.
Δεν πρέπει να ωραιοποιούμε. Δέκα οχήματα δεν αρκούν για να τελειώσει η συζήτηση. Χρειάζονται σταθερή χρηματοδότηση, καλή συντήρηση, ψηφιακή κράτηση που να λειτουργεί πραγματικά και αξιολόγηση από τους ίδιους τους χρήστες. Οι ανάπηροι πολίτες δεν πρέπει να είναι αντικείμενο σχεδιασμού. Πρέπει να είναι συμμέτοχοι.
Όμως, τα βήματα πρέπει να αναγνωρίζονται όταν γίνονται. Γιατί δείχνουν την κατεύθυνση από ένα κράτος που θυμάται εκ των υστέρων τις «ειδικές περιπτώσεις» στο κράτος που αρχίζει να σχεδιάζει με όλους μέσα. Και μια πόλη γίνεται πραγματικά ανθρώπινη όταν ο ανάπηρος πολίτης ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του και ξέρει ότι δεν τον έχει ξεχάσει. Στο τέλος η μετακίνηση δεν είναι απλώς απόσταση. Είναι ελευθερία, συμμετοχή, αξιοπρέπεια. Και μια πόλη γίνεται πραγματικά ανθρώπινη όταν ο ανάπηρος πολίτης ανοίγει την πόρτα του σπιτιού του και νιώθει ότι δεν τον έχει ξεχάσει.
















