Δεν πρόκειται για μια θεωρία που εμφανίστηκε χθες.

Η σχέση οργανωμένων μουσουλμανικών φορέων με τη σουηδική πολιτική σκηνή έχει καταγεγραμμένη ιστορία τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1990. Και τα έγγραφα που παρουσιάζει ο Σουηδός δημοσιογράφος Per Gudmundson αποκαλύπτουν μια πολιτική στρατηγική που είχε έναν ξεκάθαρο στόχο: εκλογική επιρροή, πολιτική εκπροσώπηση και πρόσβαση στους θεσμούς.

Στις 15 Ιουνίου 1994, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Σουηδίας έλαβε πρόταση στήριξης από οργανώσεις που εκπροσωπούσαν το Σουηδικό Μουσουλμανικό Συμβούλιο, τη Σουηδική Μουσουλμανική Ομοσπονδία, τις Ενωμένες Ισλαμικές Ενώσεις της Σουηδίας, την Ισλαμική Ένωση της Στοκχόλμης και άλλους συνδεδεμένους φορείς.

Στην επιστολή τους δήλωναν ότι είχαν εξετάσει τις σχέσεις τους με άλλα κόμματα, αλλά είχαν αποφασίσει να στηρίξουν τους Σοσιαλδημοκράτες.

Και δεν σταμάτησαν εκεί.

Οι θρησκευτικοί ηγέτες, σύμφωνα με την επιστολή, είχαν καλέσει τους συμμετέχοντες στην προσευχή της Παρασκευής να προσέλθουν στις κάλπες και να ψηφίσουν Σοσιαλδημοκράτες. Οι οργανώσεις υποστήριζαν ότι αντιπροσώπευαν περισσότερους από 75.000 ανθρώπους μουσουλμανικής καταγωγής.

Από την εκλογική στήριξη στην οργανωμένη πολιτική συνεργασία

Μετά τις εκλογές, η συνεργασία δεν έμεινε σε επίπεδο προεκλογικής υποστήριξης. Σύμφωνα με δεκασέλιδη έκθεση που παρουσιάστηκε στο συνέδριο της Broderskapsrörelsen το 1999, η χριστιανοσοσιαλιστική πτέρυγα των Σοσιαλδημοκρατών ανέλαβε την ευθύνη για την ανάπτυξη της συνεργασίας.

Και στις εκλογές του 1998, η ίδια συνεργασία χαρακτηρίστηκε «πολύ επιτυχημένη».

Η έκθεση ανέφερε ότι η ενεργός συμμετοχή του Σουηδικού Μουσουλμανικού Συμβουλίου πιθανότατα συνέβαλε σε υψηλή συμμετοχή μουσουλμάνων ψηφοφόρων και ότι πολλοί από αυτούς ψήφισαν Σοσιαλδημοκράτες.

Ακόμη σημαντικότερο: οι δύο πλευρές έβλεπαν περιθώριο για πιο προχωρημένα σχέδια συνεργασίας.

Οι στόχοι ήταν συγκεκριμένοι

Δεν μιλούσαν αόριστα για «διάλογο». Υπήρχαν συγκεκριμένοι πολιτικοί στόχοι.

Μέχρι το 2002, σύμφωνα με το έγγραφο, στόχος ήταν να υπάρχουν μουσουλμάνοι υποψήφιοι σε:

• 15 δημοτικά ψηφοδέλτια,
• 5 περιφερειακά ψηφοδέλτια,
• ψηφοδέλτια για το σουηδικό Κοινοβούλιο σε τουλάχιστον 5 περιφέρειες.

Παράλληλα, ο στόχος ήταν το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα να αποκτήσει 2.000 μουσουλμάνους μέλη, ενώ 300 από αυτούς θα λάμβαναν βασική πολιτική εκπαίδευση.

Αυτό δεν είναι απλώς μια ιστορία για μουσουλμάνους που συμμετείχαν δημοκρατικά στις εκλογές. Είναι καταγεγραμμένο σχέδιο οργανωμένης πολιτικής εκπροσώπησης και στρατολόγησης.

Η έρευνα του Sameh Egyptson

Στο επίκεντρο της σημερινής συζήτησης βρίσκεται και η έρευνα του Σουηδού θρησκειολόγου Sameh Egyptson. Η διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο Lund, έκτασης 743 σελίδων, εξέτασε εάν η Ισλαμική Ένωση της Σουηδίας μπορεί να θεωρηθεί τμήμα του παγκόσμιου κινήματος της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Ο Egyptson δεν βασίστηκε απλώς σε δημοσιογραφικές πληροφορίες. Η έρευνά του χρησιμοποίησε σουηδικές και αραβικές ιστοσελίδες, δημοσιεύματα, ιδεολογικά κείμενα, διοικητικά αρχεία και άλλα πρωτογενή στοιχεία. Το συμπέρασμά του είναι ιδιαίτερα βαρύ: υποστηρίζει ότι η Ισλαμική Ένωση της Σουηδίας είναι βαθιά ενταγμένη στο παγκόσμιο δίκτυο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και μπορεί να θεωρηθεί σουηδικός εθνικός κλάδος της.

Περιγράφει επίσης μια στρατηγική που βασίζεται στη σταδιακή διείσδυση στην κοινωνία: θρησκευτική δράση, δημιουργία κοινοτήτων, lobbying και πολιτική συμμετοχή.

Το δίκτυο δεν περιορίζεται σε ένα κόμμα

Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο σημαντικό στοιχείο. Η υπόθεση δεν αφορά αποκλειστικά τους Σοσιαλδημοκράτες.

Ο Gudmundson αναφέρεται επίσης στους Πράσινους και στο Κόμμα του Κέντρου, ενώ σημειώνει ότι ακόμη και οι Μετριοπαθείς είχαν σε προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο πρόσωπο που συνδεόταν με το συγκεκριμένο δίκτυο.

Η λογική που περιγράφεται είναι απλή: όχι προσκόλληση σε ένα κόμμα, αλλά πρόσβαση σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Και αυτό είναι ακριβώς το μοντέλο που ο Egyptson συνδέει με τη στρατηγική της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Ευρώπη.

Και στη μέση βρίσκεται το χρήμα

Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι η δημόσια χρηματοδότηση. Ο Gudmundson υποστηρίζει ότι οργανώσεις που, σύμφωνα με τον Egyptson, συνδέονται με το δίκτυο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας έχουν λάβει σημαντική κρατική χρηματοδότηση. Η έρευνα του Egyptson εξετάζει μεταξύ άλλων την Ισλαμική Ένωση, το Σουηδικό Μουσουλμανικό Συμβούλιο, ισλαμικά σχολεία και το εκπαιδευτικό ίδρυμα Ibn Rushd.

Παράλληλα, υπάρχουν καταγεγραμμένες αναφορές για χρηματοδότηση ισλαμικών δραστηριοτήτων στη Σουηδία από καταριανούς φορείς, μεταξύ άλλων μέσω της Qatar Charity. Αυτό αποτελεί ξεχωριστό σκέλος της υπόθεσης και δεν πρέπει να συγχέεται αυτομάτως με απόδειξη χρηματοδότησης της ίδιας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας.

Το γεγονός, όμως, ότι υπάρχουν παράλληλες διαδρομές πολιτικής οργάνωσης, κρατικής χρηματοδότησης και διεθνών ισλαμικών δικτύων είναι αυτό που έχει προκαλέσει τόσο έντονη συζήτηση στη Σουηδία.

«Μισό εκατομμύριο μουσουλμάνοι μπορούν να ανεβάσουν οποιοδήποτε κόμμα»

Ίσως η πιο χαρακτηριστική φράση βρίσκεται σε παλαιότερο έντυπο της Broderskapsrörelsen. Το 1998 διατυπωνόταν η εκτίμηση ότι στη Σουηδία υπήρχαν σχεδόν μισό εκατομμύριο μουσουλμάνοι και ότι, ως εκλογικό σώμα, θα μπορούσαν να «ανεβάσουν οποιοδήποτε κόμμα σε πρωτοφανή ύψη».

Εκεί βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Δεν αφορά τους μουσουλμάνους ως θρησκευτική κοινότητα. Αφορά το ποιος μιλά εξ ονόματός τους, ποιος οργανώνει την ψήφο τους, ποιος αποκτά πρόσβαση στην πολιτική εξουσία και ποιος χρηματοδοτεί τις οργανώσεις που διεκδικούν να τους εκπροσωπήσουν.

Και η σουηδική περίπτωση δείχνει ότι αυτή η διαδικασία δεν ξεκίνησε σήμερα. Ξεκίνησε πριν από περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Με επιστολές. Με εκλογικές συμφωνίες. Με οργανωτικούς στόχους. Με προσπάθεια πολιτικής εκπροσώπησης. Με δημιουργία δικτύων.

Και, σύμφωνα με την έρευνα του Egyptson, με μια μακροπρόθεσμη στρατηγική πολιτικής επιρροής.

Το μεγάλο ερώτημα πλέον δεν είναι εάν υπήρξε συνεργασία. Τα έγγραφα δείχνουν ότι υπήρξε. Το ερώτημα είναι πόσο βαθιά έφτασε η επιρροή αυτού του δικτύου μέσα στους σουηδικούς πολιτικούς και κοινωνικούς θεσμούς — και ποιος ήταν τελικά ο πραγματικός στόχος της.