Ήταν καλοκαίρι του 1998 όταν το υπουργείο Παιδείας, υπό τον Γεράσιμο Αρσένη, προετοίμαζε μια από τις πιο τολμηρές και συνολικές εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις της μεταπολίτευσης. Στόχος: η ουσιαστική αναβάθμιση του λυκείου και η δημιουργία μιας πιο σύγχρονης, δομημένης και απαιτητικής σχολικής πραγματικότητας.
Τον σχεδιασμό και τον συντονισμό του εγχειρήματος είχε αναλάβει το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας (ΚΕΕ), με πρόεδρο τον Μιχάλη Κασσωτάκη. Για πρώτη φορά επιχειρήθηκε να εκπαιδευτούν χιλιάδες εκπαιδευτικοί από όλη τη χώρα πάνω στη φιλοσοφία και τη δομή του νέου συστήματος. Η εκπαίδευση οργανώθηκε στο ξενοδοχείο «Caravel», παρουσία εισηγητών, πανεπιστημιακών και στελεχών της εκπαίδευσης.
Ο τότε πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Θεόδωρος Εξαρχάκος ζήτησε να παρακολουθήσω και να αξιολογήσω αυτή τη διαδικασία. Πράγματι, η εμπειρία εκείνων των ημερών ήταν αποκαλυπτική. Το επίπεδο της τεκμηρίωσης, η ακαδημαϊκή επάρκεια των εισηγητών και η συνοχή του σχεδίου ήταν στοιχεία αδιαμφισβήτητα. Η πρόθεση του υπουργείου ήταν καθαρή και θετική: να αλλάξει κάτι επιτέλους στο σχολείο.
Όμως, όπως συχνά συμβαίνει στην ελληνική πραγματικότητα, ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με αγαθές προθέσεις.
Ο Οκτώβριος του 1998 και η έκρηξη των καταλήψεων
Μέχρι να φτάσουμε στον Οκτώβριο, η ατμόσφαιρα στα σχολεία είχε ήδη φορτιστεί. Η μεταρρύθμιση απαιτούσε αλλαγή νοοτροπίας, προσπάθεια, προσαρμογή· και κυρίως ενεργή στήριξη των καθηγητών, οι οποίοι καλούνταν να γίνουν το κλειδί της επιτυχίας του νέου συστήματος.
Αντί για αυτό, αρκετοί από τους εκπαιδευτικούς που είχαν επιλεγεί ως «πολλαπλασιαστές» -εκείνοι δηλαδή που παρακολούθησαν την εκπαίδευση στο «Caravel» για να ενημερώσουν και να καθοδηγήσουν τους συναδέλφους τους- γύρισαν στα σχολεία και είπαν στους μαθητές:«Παιδιά, με αυτό το σύστημα, θα μείνετε στην ίδια τάξη».
Η φράση λειτούργησε σαν σπίθα.Οι καταλήψεις ξεκίνησαν, φούντωσαν και εξαπλώθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα.Το σύνθημα «Κάτσε καλά, Γεράσιμε» έγινε πανελλήνιο.
Σε εκείνη τη συγκυρία, ερωτηθείς από τα μέσα ενημέρωσης -καθώς έγινε γνωστό ότι παρακολούθησα την εκπαίδευση στο «Caravel»- προσκλήθηκα σε ραδιόφωνα και τηλεοπτικά κανάλια. Εκεί υπογράμμισα αυτό που είχα δει:ότι το πρόγραμμα εκπαίδευσης ήταν υψηλού επιπέδου και άρτια οργανωμένο.
Το ερώτημα τότε -όπως και σήμερα- ήταν ένα:Γιατί δεν προχώρησε;
Το βασικό συμπέρασμα: Χωρίς τους καθηγητές, καμία μεταρρύθμιση δεν στέκεται
Η απάντηση είναι απλή αλλά καθοριστική:Καμία αλλαγή στην παιδεία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς τη συναίνεση και τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών.
Οι καθηγητές της εποχής -όπως και σήμερα- ήταν:κακοπληρωμένοι,απαξιωμένοι,εργασιακά πιεσμένοικαι συχνά αποκλεισμένοι από τον ουσιαστικό διάλογο.
Έτσι, δεν ένιωσαν το νέο σύστημα ως δικό τους. Δεν το αγκάλιασαν.Δεν μπορούσαν -και ίσως δεν είχαν τα εργαλεία- να το στηρίξουν.
Το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο:μια μεταρρύθμιση με σωστό θεωρητικό υπόβαθρο, αλλά χωρίς κοινωνικό έρεισμα και χωρίς πραγματικούς συμμάχους στα σχολεία.
Και σήμερα; Ένα επίκαιρο δίδαγμα
Είκοσιπέντε και πλέον χρόνια μετά, η συζήτηση για νέες αλλαγές στην παιδεία επανέρχεται. Κάθε κυβέρνηση επιχειρεί τις δικές της τομές, συχνά αποσπασματικές, συχνά χωρίς συνέχεια.
Η εμπειρία της μεταρρύθμισης Αρσένη προσφέρει ένα πολύτιμο μάθημα:καμία εκπαιδευτική πολιτική, όσο καλοσχεδιασμένη και αν είναι, δεν μπορεί να επιτύχει χωρίς τη στήριξη των ανθρώπων που καλούνται να την εφαρμόσουν.
Οι εκπαιδευτικοί δεν είναι απλοί εκτελεστές νόμων.Είναι ο πυρήνας του σχολείου.Αν δεν συμμετέχουν στον σχεδιασμό, αν δεν ακούγονται, αν δεν νιώθουν σεβασμό και αξιοπρέπεια, καμία μεταρρύθμιση δεν έχει προοπτική.
Η παιδεία δεν αλλάζει με εγκυκλίους.Αλλάζει όταν αλλάζει η κουλτούρα, όταν αλλάζει η σχέση Πολιτείας-εκπαιδευτικών, όταν υπάρχουν συστράτευση, όραμα και ουσιαστικός διάλογος.
Και κυρίως, αλλάζει όταν θυμόμαστε πως πίσω από κάθε νομοσχέδιο υπάρχουν άνθρωποι -καθηγητές, μαθητές, γονείς- που πρέπει να μπορούν και να θέλουν να το υπηρετήσουν.
του Γιάννη Τσαρπαλή
Πρόεδρος ΔΣ Ελληνικού-Αργυρούπολης, πρ. δήμαρχος Αργυρούπολης











