Η πολύνεκρη τραγωδία στη Χίο δεν εξελίσσεται μόνο σε ένα ακόμη τραγικό περιστατικό στο Αιγαίο. Μετατρέπεται σταδιακά σε κομβικό πολιτικό πεδίο αντιπαράθεσης, με την κυβέρνηση να επιλέγει συνειδητά να σηκώσει το βάρος της σύγκρουσης και να υπερασπιστεί θεσμικά το Λιμενικό Σώμα, την ώρα που στη Βουλή συζητείται το νέο, αυστηρότερο πλαίσιο για το Μεταναστευτικό.
Το Μέγαρο Μαξίμου, όπως γράφει ο Χρήστος Μυτιλινιός στην εφημερίδα «Political», αντιμετωπίζει το ζήτημα όχι αποσπασματικά αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής: περιορισμός της παράνομης διακίνησης, θεσμική θωράκιση των σωμάτων ασφαλείας και αποτροπή της εργαλειοποίησης ανθρώπινων τραγωδιών.
Η γραμμή Πλεύρη
Στο επίκεντρο της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας βρέθηκε ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης, ο οποίος από το βήμα της Βουλής έδωσε το στίγμα της στρατηγικής. Με σαφή τρόπο απέδωσε την ευθύνη αποκλειστικά στα κυκλώματα διακινητών, απορρίπτοντας τις αιτιάσεις περί εμπλοκής ή πλημμελούς χειρισμού από το Λιμενικό. Παράλληλα, κατήγγειλε ότι «κάποιοι επιλέγουν να πιστεύουν τους διακινητές και όχι τους λιμενικούς», δίνοντας πολιτική διάσταση στην κριτική που ασκείται. Στο κυβερνητικό αφήγημα η τραγωδία δεν αποτελεί αποτέλεσμα κρατικής αμέλειας αλλά συνέπεια εγκληματικών δικτύων που εκμεταλλεύονται ανθρώπινες ζωές για κέρδος. Αυτή η προσέγγιση συνδέεται άμεσα με το νέο νομοσχέδιο που αυστηροποιεί τις ποινές και ενισχύει τα εργαλεία δίωξης.
Ενίσχυση της αποτροπής
Κυβερνητικές πηγές υπογραμμίζουν ότι η χρονική σύμπτωση της τραγωδίας με τη συζήτηση του νομοσχεδίου δεν είναι απλώς συγκυριακή. Αντίθετα, παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το πρόβλημα δομικά και όχι επικοινωνιακά. Οι προβλέψεις για αυστηρότερες ποινές σε διακινητές, για αυξημένη ευθύνη όσων εμπλέκονται μέσω ΜΚΟ και για ενίσχυση της αποτροπής στα σύνορα εντάσσονται σε μια λογική πρόληψης νέων τραγωδιών. Στο κυβερνητικό επιτελείο εκτιμούν ότι η κοινωνία, παρά τη συγκίνηση για το τραγικό συμβάν, αναζητά ρεαλιστικές λύσεις και όχι γενικόλογες καταγγελίες.
Απέναντι στη γραμμή αυτή η αντιπολίτευση επέλεξε να ανεβάσει τους τόνους. Στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, του ΚΚΕ και της Νέας Αριστεράς ζήτησαν πλήρη διερεύνηση των συνθηκών του ναυαγίου, αφήνοντας αιχμές για τον τρόπο διαχείρισης από τις Αρχές. Στο ίδιο πλαίσιο εντάχθηκαν και σφοδρές κοινοβουλευτικές αντιπαραθέσεις, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις συγκρούσεις για το αν η κυβέρνηση «αποφεύγει τις ευθύνες» ή «εργαλειοποιεί την τραγωδία». Ιδιαίτερη κριτική ασκήθηκε και από τον πρόεδρο της Ελληνικής Λύσης Κυριάκο Βελόπουλο, με κυβερνητικά στελέχη να μιλούν για αντιφατική και λαϊκιστική στάση που επενδύει συναισθηματικά στο γεγονός χωρίς όμως προτάσεις ουσίας.
ΜΚΟ και «αφηγήματα»
Παράλληλα, άνοιξε και ένα δεύτερο, πιο ευαίσθητο μέτωπο: αυτό των ΜΚΟ. Ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης κατήγγειλε προσπάθειες καθοδήγησης συγγενών θυμάτων προς συγκεκριμένες καταγγελίες. Η κυβέρνηση αξιοποιεί αυτές τις αναφορές για να καταδείξει τις απόπειρες εργαλειοποίησης της τραγωδίας, επιμένοντας στη θωράκιση των θεσμών και στον ρόλο της ως εγγυητή της διαφάνειας και της θεσμικής σταθερότητας.
Σε πολιτικό επίπεδο η στάση της κυβέρνησης δεν δείχνει αμυντική. Αντίθετα, αποτελεί συνειδητή στρατηγική επιλογή: να μην επιτρέψει να παγιωθεί εικόνα θεσμικής ανασφάλειας στα σύνορα. Κυβερνητικές πηγές σημειώνουν ότι οποιαδήποτε αμφισημία στο ζήτημα της φύλαξης των συνόρων θα λειτουργούσε αποσταθεροποιητικά τόσο στο εσωτερικό όσο και στο ευρωπαϊκό πεδίο. Για τον λόγο αυτό η υπεράσπιση του Λιμενικού και η στοχοποίηση των διακινητών αποτελούν κόκκινες γραμμές.
Θεσμική μάχη
Η υπόθεση της Χίου εξελίσσεται πλέον σε πολιτικό τεστ αντοχής για όλους. Για την κυβέρνηση είναι ευκαιρία να επιβεβαιώσει ότι διαθέτει συνεκτική στρατηγική στο Μεταναστευτικό. Για την αντιπολίτευση είναι πεδίο πίεσης και αμφισβήτησης. Μέχρι στιγμής το Μαξίμου δείχνει να επενδύει στη σταθερότητα, στη θεσμική συνέχεια και στην ευθύνη, αποφεύγοντας την παγίδα της συναισθηματικής πολιτικής.
Σε ένα ζήτημα όπου οι ανθρώπινες απώλειες συναντούν τη γεωπολιτική και την εσωτερική ασφάλεια, η κυβέρνηση επιλέγει να μιλήσει με όρους νόμου, τάξης και πρόληψης. Και αυτό, όπως εκτιμούν κυβερνητικά στελέχη, θα αποτελέσει το βασικό κριτήριο της πολιτικής αποτίμησης το επόμενο διάστημα.












