
Σε μια εφ όλης της ύλη συνέντευξη το epolitical.gr, ο Βασίλης Οικονόμου αναλύει με σαφήνεια τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση, από τη δημοσκοπική εικόνα και την ανάγκη αυτοδυναμίας ενώ παράλληλα, μιλά για τη σημασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης, τονίζοντας ότι η ιστορία γράφεται με συναινέσεις και αποφασιστικά «ναι», καλώντας σε υπευθυνότητα και ρεαλισμό όλες τις πολιτικές δυνάμεις.
Ποια είναι η εκτίμησή σας για τη δημοσκοπική τάση που εμφανίζει πολλούς πολίτες να επιλέγουν «χάος» έναντι της σταθερότητας υπό την κυβέρνηση και πώς θα μπορούσε να το διαχειριστεί αυτό η Νέα Δημοκρατία;
Ειλικρινά αδυνατώ να καταλάβω τι σημαίνει «επιλέγω το χάος». Σταθερότητα δεν σημαίνει στασιμότητα. Σημαίνει σταθερό τιμόνι στα γεωπολιτικά, αλλά σημαίνει και σταθερές αυξήσεις μισθών και εισοδημάτων, σταθερή βελτίωση στην παιδεία και στην υγεία. Το ποιες επιλογές έχει ο Έλληνας πολίτης είναι λίγο–πολύ γνωστές, συν τα όποια νέα κόμματα, τα οποία ακόμη δεν έχουμε δει. Ο κόσμος δεν τρώει κουτόχορτο και δεν θα πέσει στην παγίδα να ψηφίσει ανθρώπους που διατυπώνουν προβληματικές θέσεις και απόψεις, που δεν απευθύνονται στον Έλληνα που πορεύεται με μεταρρυθμιστική λογική, χωρίς θέσεις, χωρίς προτάσεις, χωρίς πρόγραμμα και με μοναδικό «πρόσταγμα»: να πέσει ο Μητσοτάκης.
Μπορεί οι δημοσκοπήσεις να δείχνουν πρωτιά για τη ΝΔ, αλλά παραμένει μακριά από την αυτοδυναμία. Πώς το ερμηνεύετε αυτό και πόσο εύκολα η ΝΔ μπορεί να πιάσει τον εκλογικό πήχη της αυτοδυναμίας;
Επιτρέψτε μου να σας θυμίσω ότι όλες οι δημοσκοπήσεις πριν από τις εκλογές του 2023 μάς τοποθετούσαν στη ζώνη του 33%–34% και πήραμε 41%. Θέλω να πω ότι ο στόχος για μια ακόμη κυβέρνηση αυτοδυναμίας για τη Νέα Δημοκρατία είναι ένας εφικτός στόχος και σίγουρα 100% πιο εφικτός από το να ισχυρίζεται το ΠΑΣΟΚ ότι θα είναι πρώτο κόμμα.
Να σας πω όμως και για την αυτοδύναμη κυβέρνηση. Αυτή μπορεί να προκύψει, με τον συγκεκριμένο εκλογικό νόμο, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, δηλαδή το πρώτο κόμμα να είναι πάνω από 36%. Θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να πιάσουμε αυτό το ποσοστό όταν ήδη βρισκόμαστε μεσοσταθμιστικά σε όλα τα γκάλοπ . Μας είναι, λοιπόν, γνωστές οι προϋποθέσεις και οι αριθμητικοί στόχοι για να μπορούμε να πετύχουμε αυτό το αποτέλεσμα.
Πόσο εφικτό και ρεαλιστικό είναι να δημιουργηθούν οι απαραίτητες συναινέσεις στο υπάρχον πολιτικό σκηνικό, που χαρακτηρίζεται από πόλωση, για να προχωρήσει η Συνταγματική Αναθεώρηση;
Η ιστορία γράφεται με τα «ναι» στην Αναθεώρηση του Συντάγματος και τις μεγάλες συναινέσεις. Υπάρχουν και τα «όχι», που τα καταγράφει η ιστορία ως τους μεγάλους απόντες από τις μεγάλες αλλαγές. Όλα τα κόμματα, όλοι οι βουλευτές θα καταγραφούν στην ιστορία σε αυτή τη Βουλή, είτε με το «ναι» που θα πουν είτε με το «όχι». Έχει έρθει η ώρα, με θάρρος και διάθεση συναίνεσης, να καθίσουμε να συζητήσουμε τα θέματα αυτά. Εγώ βλέπω σε αυτή τη συζήτηση μία ευκαιρία να φύγουμε από αυτό το πεδίο της σκληρής κομματικής περιχαράκωσης, όπου κανείς δεν συζητά με κανέναν, όλοι θέλουν να κάνουν μόνοι τους, όλοι ξέρουν τι δεν θέλουν –μόνο εμείς ξέρουμε ως παράταξη τι θέλουμε να κάνουμε–, να τοποθετηθούν όλοι επί της ουσίας και ακολούθως να κριθούν από τον λαό.
Τι απαντάτε σε όσους θεωρούν ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος είναι απάντηση σε εσωτερική πολιτική πίεση και όχι ρεαλιστική θεσμική μεταρρύθμιση;
Η σύγκρουση με το «βαθύ κράτος» δεν προέρχεται από καμία εσωτερική πίεση, αλλά αποτέλεσε κεντρική προτεραιότητα της κυβέρνησής μας στη δεύτερη τετραετία. Έχουμε να επιδείξουμε, πιστεύω, πολύ σημαντικές μεταρρυθμίσεις. Το 2030 θα κλείσουμε 200 χρόνια από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. Γιορτάζουμε το 1821, την έναρξη του πολέμου της Ανεξαρτησίας· τον Φεβρουάριο του 1830 δημιουργήθηκε το νέο ελληνικό κράτος. Και θα έλεγα ότι φιλοδοξία μας, και μέσα από την Αναθεώρηση αλλά όχι μόνο, είναι το 2030 να έχουμε κλείσει όλες τις εκκρεμότητές μας με το πελατειακό κράτος, του οποίου η ληξιαρχική πράξη γέννησης γράφτηκε πριν από δύο αιώνες.











