Η Ευρωπαϊκή Ένωση μοιάζει να έχει χάσει όχι μόνο τη γεωπολιτική της πυξίδα, αλλά και την ιστορική της μνήμη. Την ώρα που η Τουρκία απειλεί ευθέως Ελλάδα και Κύπρο, αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα κρατών-μελών της ΕΕ, εργαλειοποιεί το Μεταναστευτικό και επενδύει συστηματικά στον αναθεωρητισμό, οι Βρυξέλλες επιλέγουν να τη χαρακτηρίζουν «βασικό εταίρο». Και μάλιστα σε μια περίοδο γενικευμένης αστάθειας στη Μέση Ανατολή και την Ανατολική Μεσόγειο.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Βασίλη Σκουλαράκου για την εφημερίδα «Political», η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν σε όσα μετέφερε τηλεφωνικά χθες στον Τούρκο πρόεδρο, τα συμφέροντα ΕΕ – Τουρκίας «συγκλίνουν: να παραμείνουν ανοιχτές οι εμπορικές οδοί, να συνεχίσει η ροή ενέργειας και να διατηρηθούν σταθερές οι αλυσίδες εφοδιασμού». Η πρόεδρος της Επιτροπής πρόσθεσε ότι θα συνεχιστεί η στενή συνεργασία πάνω σε αυτές τις προτεραιότητες.

«Η Ευρωπαϊκή Ένωση εκτιμά τις προσπάθειες της Τουρκίας για τη στήριξη της αποκλιμάκωσης και μιας διπλωματικής λύσης στη σύγκρουση με το Ιράν», σημείωσε.

Η δήλωση της προέδρου της Κομισιόν δεν ήταν μια τυπική διπλωματική ευγένεια. Ήταν μια βαθιά πολιτική επιλογή. Διότι όταν η Ευρώπη επιβραβεύει πολιτικά την Άγκυρα, ενώ αυτή συνεχίζει να απειλεί Ελλάδα και Κύπρο, στέλνει το μήνυμα ότι ο αναθεωρητισμός όχι μόνο γίνεται ανεκτός, αλλά τελικά ανταμείβεται.

Η Γαλάζια Πατρίδα και η αδιαφορία των Ευρωπαίων

Οι Ευρωπαίοι ηγέτες επιμένουν να αντιμετωπίζουν τη Γαλάζια Πατρίδα περίπου ως μια υπερβολική ρητορική εσωτερικής κατανάλωσης. Σφυρίζουν αδιάφορα απέναντι στις προθέσεις για θεσμοθέτηση του αναθεωρητικού δόγματος που αμφισβητεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα, επιχειρεί να ακυρώσει το Δίκαιο της Θάλασσας και διεκδικεί θαλάσσιες ζώνες εις βάρος της Ελλάδας και της Κύπρου.

Η Άγκυρα δεν έκρυψε ποτέ τις προθέσεις της. Αντιθέτως, τις διατυπώνει δημόσια, επιθετικά και συστηματικά. Και όμως, αντί η Ευρωπαϊκή Ένωση να θέσει σαφείς κόκκινες γραμμές απέναντι σε μια δύναμη που απειλεί ευρωπαϊκά σύνορα, συνεχίζει να αναζητά τρόπους «επαναπροσέγγισης».

Η μεγαλύτερη αντίφαση της ευρωπαϊκής πολιτικής είναι ότι, ενώ επισήμως δηλώνει προσήλωση στο Διεθνές Δίκαιο, στην πράξη συνεχίζει να χαϊδεύει τον Ερντογάν και να «σφίγγει» το «μακρύ του χέρι» που ενδιαφέρεται για συμφωνίες με την Ένωση. Εμπορικές συμφωνίες, ενεργειακές συνεργασίες, εξοπλιστικά deals και σενάρια συμμετοχής της Τουρκίας σε ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα δημιουργούν την εικόνα μιας Ευρώπης που λειτουργεί χωρίς αρχές και χωρίς στρατηγική συνέπεια.

Το επιχείρημα ότι «η Τουρκία είναι απαραίτητη» αποτυπώνει ακριβώς το αδιέξοδο της ευρωπαϊκής σκέψης. Μια Ένωση φοβική, αμήχανη και εξαρτημένη, που αντί να υπερασπίζεται τα κράτη-μέλη της, επιλέγει τη λογική των διαρκών υποχωρήσεων στον βωμό των συμφερόντων και του κέρδους.

Η ΕΕ που… ξεχνά

Φαίνεται πως οι «φίλοι» μας οι Ευρωπαίοι δεν έχουν και πολύ καλή μνήμη. Ξεχνούν τις ύβρεις και τις απειλές του Ερντογάν κατά της Δύσης. Ξεχνούν τη διπρόσωπη στάση της Άγκυρας στον πόλεμο της Ουκρανίας και της Μέσης Ανατολής. Ξεχνούν ότι το 2020 η Τουρκία επιχείρησε να παραβιάσει τα ευρωπαϊκά σύνορα στον Έβρο, χρησιμοποιώντας ως πολιορκητικό κριό χιλιάδες παράνομους μετανάστες. Ξεχνούν τις απειλές ότι «θα έρθουμε μια νύχτα», απειλώντας ευθέως με πόλεμο Ελλάδα και Κύπρο. Ξεχνούν το casus belli, τις παραβιάσεις στο Αιγαίο, την κατοχή στην Κύπρο και τη συστηματική αμφισβήτηση του Διεθνούς Δικαίου. Και τελικά ξεχνά η Ευρώπη κάτι ακόμη πιο σημαντικό, ότι ο κατευνασμός απέναντι στον αναθεωρητισμό δεν έφερε ποτέ ειρήνη και σταθερότητα, αλλά πάντοτε περισσότερη επιθετικότητα.

Όσο αυτή η επιλεκτική λήθη παγιώνεται ως ευρωπαϊκή στρατηγική, τόσο εδραιώνεται η εντύπωση ότι ο αναθεωρητισμός υπερισχύει του δικαίου, ότι οι απειλές αποδίδουν περισσότερο από τη συνέπεια και ότι η παραβίαση κανόνων μπορεί τελικά να μετατραπεί σε διαπραγματευτικό πλεονέκτημα. Διότι η αδράνεια απέναντι στον αναθεωρητισμό, αργά ή γρήγορα, θα έχει συνέπειες οι οποίες θα επιστρέψουν στο ίδιο το ευρωπαϊκό οικοδόμημα.