Η Κοινή Διακήρυξη που υπέγραψαν Ελλάδα και Τουρκία στην Άγκυρα, στο πλαίσιο της 6ης Συνόδου του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, δεν είναι ένα απλό διπλωματικό κείμενο καλών προθέσεων. Πρόκειται για ένα προσεκτικά δομημένο πλαίσιο διαχείρισης σχέσεων, το οποίο αποτυπώνει τη στρατηγική επιλογή της Αθήνας να επενδύσει στη σταθερότητα, την πρόληψη κρίσεων και τη θεσμική ωριμότητα, χωρίς να ανοίξει πρόωρα τα δύσκολα και εκρηκτικά κεφάλαια.
Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού για την Political, Πίσω από τις τυπικές διατυπώσεις κρύβεται μια συνειδητή προσπάθεια οικοδόμησης ανθεκτικών μηχανισμών επικοινωνίας, οικονομικής διασύνδεσης και πολιτικής συνεννόησης. Δέκα σημεία ξεχωρίζουν ως «κλειδιά» για την επόμενη φάση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Θωράκιση διαλόγου
* Πρώτο και κρισιμότερο στοιχείο είναι η ξεκάθαρη αναφορά στη διατήρηση και ενίσχυση των καναλιών επικοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Οι δύο πλευρές δεσμεύονται να απομακρύνουν «αδικαιολόγητες πηγές έντασης» και να αποτρέπουν την κλιμάκωση. Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα πέτυχε να θεσμοθετήσει μια λογική προληπτικής διπλωματίας, όπου τα ζητήματα συζητούνται πριν μετατραπούν σε κρίση. Η επιλογή αυτή ενισχύει την εικόνα της Ελλάδας ως δύναμης ευθύνης και σταθερότητας στην περιοχή.
* Δεύτερο σημείο είναι η επαναβεβαίωση της προσήλωσης στο διεθνές δίκαιο και στον Χάρτη του ΟΗΕ. Χωρίς ρητές αναφορές σε συγκεκριμένες διαφορές, η ελληνική πλευρά κατοχυρώνει το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο επιδιώκει να κινείται ο διάλογος.
* Τρίτο, η διακήρυξη επαναφέρει ως θεμέλιο τη Διακήρυξη της Αθήνας του 2023, υπογραμμίζοντας τη συνέχεια της πολιτικής προσέγγισης. Δεν πρόκειται για αποσπασματική πρωτοβουλία αλλά για στρατηγική με βάθος χρόνου.
* Τέταρτο, η κοινή αναφορά στη συνεργασία στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, ενόψει και της Συνόδου του 2026 στην Άγκυρα, υπενθυμίζει τον συμμαχικό χαρακτήρα των σχέσεων και λειτουργεί ως επιπλέον παράγοντας σταθερότητας.
Οικονομία, υποδομές και δέσιμο συμφερόντων
* Πέμπτο κομβικό σημείο είναι ο στόχος για διμερές εμπόριο 10 δισ. δολαρίων έως το τέλος της δεκαετίας. Δεν πρόκειται απλώς για έναν αριθμό αλλά για μια στρατηγική επιλογή: η οικονομική διασύνδεση λειτουργεί ως ανάχωμα στην ένταση. Με την ενίσχυση των επιχειρηματικών επαφών, των επιμελητηρίων και των επενδυτικών φορέων δημιουργείται ένα πλέγμα συμφερόντων που καθιστά την αστάθεια πολιτικά και οικονομικά ασύμφορη.
* Έκτο σημείο αποτελεί η συνεργασία στις μεταφορές και τις υποδομές με αιχμή τον εκσυγχρονισμό των διασυνοριακών διαδρόμων και τη δεύτερη γέφυρα Κήπων – Ίψαλα. Η σύνδεση με τα Διευρωπαϊκά Δίκτυα Μεταφορών εντάσσει την Τουρκία σε ευρωπαϊκές ροές μέσω Ελλάδας, ενισχύοντας τον γεωοικονομικό ρόλο της χώρας μας.
* Έβδομο σημείο είναι η συνεργασία στον τομέα της ενέργειας και των ΑΠΕ με έμφαση στις ηλεκτρικές διασυνδέσεις. Η ενεργειακή ασφάλεια αναδεικνύεται σε κοινό συμφέρον με περιφερειακές προεκτάσεις.
* Όγδοο, η αναφορά στην Τεχνητή Νοημοσύνη, την ψηφιοποίηση και την καινοτομία δείχνει ότι η συνεργασία δεν περιορίζεται στο παρελθόν, αλλά επεκτείνεται σε τομείς υψηλής προστιθέμενης αξίας, ενισχύοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα.
Όσα δεν ειπώθηκαν και το στρατηγικό τους νόημα
* Ένατο σημείο είναι η συνεργασία σε μετανάστευση, οργανωμένο έγκλημα και τρομοκρατία, καθώς και η τριμερής με τη Βουλγαρία. Πρόκειται για τομείς χαμηλής πολιτικής έντασης αλλά υψηλής πρακτικής σημασίας που ενισχύουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη.
* Δέκατο, ιδιαίτερη σημασία έχουν η συνεργασία για τη διαχείριση των υδάτων στον Έβρο/Meriç και η επανενεργοποίηση της επιτροπής του 2010. Σε ένα ευαίσθητο γεωγραφικά και περιβαλλοντικά πεδίο, προκρίνεται η τεχνική και θεσμική προσέγγιση έναντι της αντιπαράθεσης.
Εξίσου αποκαλυπτικό ωστόσο είναι και αυτό που δεν περιλαμβάνει η διακήρυξη. Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε ΑΟΖ, υφαλοκρηπίδα, κυριαρχικά δικαιώματα ή casus belli. Η απουσία αυτή δεν είναι τυχαία. Αντανακλά μια συνειδητή επιλογή: πρώτα σταθεροποίηση, μετά τα δύσκολα.
Η ελληνική στρατηγική κινείται στη λογική ότι η επίλυση σύνθετων διαφορών απαιτεί πρώτα κλίμα εμπιστοσύνης, θεσμική συνέχεια και λειτουργικούς μηχανισμούς. Χωρίς αυτά κάθε διαπραγμάτευση είναι καταδικασμένη.
Η Κοινή Διακήρυξη της Άγκυρας δεν είναι συμφωνία «λύσεων». Είναι συμφωνία κανόνων του παιχνιδιού. Θέτει τις βάσεις για μια σχέση με προβλεψιμότητα, θεσμικό βάθος και μειωμένο ρίσκο αιφνιδιασμών. Σε μια περίοδο γεωπολιτικών αναταράξεων η επιλογή της Αθήνας να επενδύσει στη διπλωματία της αποσυμπίεσης, στην οικονομική διασύνδεση και στη θεσμική ωριμότητα αποτυπώνεται καθαρά στο κείμενο. Πρόκειται για μια στρατηγική χαμηλών τόνων, αλλά υψηλής αξίας, που διαμορφώνει συνθήκες ασφάλειας και σταθερότητας για το μέλλον.












