Νεοδιόριστη εκπαιδευτικός φθάνει από τη Θεσσαλονίκη στα Χανιά μαζί με την τετράχρονη κόρη της για να αναλάβει υπηρεσία. Έχει διοριστεί σε σχολείο του Αποκόρωνα. Έχει κάνει αυτό που της ζητήθηκε: μετακινήθηκε εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά από τον τόπο της, πήρε το παιδί της και πήγε εκεί όπου την τοποθέτησε η Πολιτεία. Μόνο που δεν είχε πού να μείνει. Έψαξε σπίτι. Δεν βρήκε. Δεν υπήρχε διαθέσιμη και οικονομικά προσιτή κατοικία. Και κάποια στιγμή η λύση ήταν μια σκηνή. Χρειάστηκε τελικά η κινητοποίηση της τοπικής αυτοδιοίκησης για να βρεθεί προσωρινή λύση και να φιλοξενηθούν μητέρα και παιδί στο Παρθεναγωγείο Βάμου.
Η ιστορία αυτή θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μια ακραία εξαίρεση. Δεν είναι. Είναι η πιο σκληρή εικόνα ενός προβλήματος που εδώ και χρόνια διογκώνεται σε πολλές τουριστικές και νησιωτικές περιοχές της χώρας: της αδυναμίας εργαζομένων, και ιδιαίτερα εκπαιδευτικών, γιατρών, νοσηλευτών και άλλων δημοσίων λειτουργών, να βρουν μια κατοικία που να μπορούν πραγματικά να πληρώσουν.
Η Πολιτεία δεν μπορεί να πει ότι δεν έχει κάνει τίποτε. Από το 2026 προβλέπεται επιστροφή ποσού που αντιστοιχεί σε δύο μηνιαία ενοίκια για εκπαιδευτικούς, γιατρούς και νοσηλευτές που υπηρετούν στην περιφέρεια και μισθώνουν κατοικία στον τόπο υπηρεσίας τους. Είναι ένα θετικό μέτρο. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα που δεν λύνεται με λογιστικές πράξεις. Για να επιστρέψεις δύο ενοίκια, πρέπει πρώτα να έχεις σπίτι. Και στην περίπτωση της εκπαιδευτικού στα Χανιά, αυτό ακριβώς έλειπε. Και εδώ βρίσκεται η ουσία. Το κράτος αντιμετωπίζει σε μεγάλο βαθμό το στεγαστικό πρόβλημα ως πρόβλημα κόστους. Όμως σε αρκετές περιοχές δεν είναι μόνο πρόβλημα κόστους. Είναι πρόβλημα διαθεσιμότητας.
Ποιος ευθύνεται;
Η εύκολη απάντηση είναι, η κυβέρνηση. Ασφαλώς η (όποια διαχρονικά) κυβέρνηση, έχει την πρώτη και μεγαλύτερη ευθύνη. Η Πολιτεία, που αποφασίζει πού θα υπηρετήσει ένας εκπαιδευτικός. οφείλει να γνωρίζει ότι ο διορισμός δεν τελειώνει με την έκδοση μιας απόφασης τοποθέτησης..
Αν ζητάς από έναν άνθρωπο να υπηρετήσει το δημόσιο σχολείο στην Κρήτη, στη Ρόδο, στη Σαντορίνη, στη Μύκονο, σε ένα μικρό νησί ή σε μια απομακρυσμένη ορεινή περιοχή, δεν αρκεί να του πεις: «Σου επιστρέφω δύο ενοίκια». Πρέπει να του πεις πρώτα: «Έλα. Σου έχουμε εξασφαλίσει πού θα μείνεις».
Όμως δεν είναι μόνο το κράτος. Υπάρχει και μια δυσάρεστη πλευρά της ιστορίας που δεν πρέπει να αποσιωπηθεί. Είναι η δική μας κοινωνία. Οι ιδιοκτήτες έχουν, ασφαλώς, κάθε δικαίωμα να αξιοποιούν την περιουσία τους. Κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει από έναν άνθρωπο να χάσει εισόδημα επειδή το κράτος δεν έχει λύσει τη στεγαστική πολιτική.
Αλλά η κοινωνία δεν αποτελείται μόνο από δικαιώματα. Αποτελείται και από ευθύνες. Όταν ένα σπίτι μπορεί να αποφέρει πολλαπλάσιο εισόδημα ως τουριστικό κατάλυμα από εκείνο που θα απέφερε με μια μακροχρόνια μίσθωση, η επιλογή του ιδιοκτήτη είναι εύκολα κατανοητή. Όταν όμως μια ολόκληρη περιοχή μετατρέπει το σύνολο σχεδόν της κατοικίας της σε τουριστικό προϊόν, τότε δημιουργείται ένα παράδοξο. Η περιοχή γίνεται πλουσιότερη από τον τουρισμό, αλλά οι άνθρωποι που είναι απαραίτητοι για να λειτουργήσει η καθημερινότητά της δεν μπορούν να ζήσουν εκεί. Και τότε πρέπει να αναρωτηθούμε: τουριστική ανάπτυξη για ποιον;
Εδώ χρειάζεται μια δύσκολη συζήτηση. Η βραχυχρόνια μίσθωση δεν είναι από μόνη της ο εχθρός. Έδωσε εισόδημα σε ιδιοκτήτες, δημιούργησε οικονομική δραστηριότητα και αποτελεί πλέον μέρος της τουριστικής οικονομίας. Όταν όμως η τουριστική χρήση κατοικιών αρχίζει να εκτοπίζει τη μόνιμη κατοικία, τότε το κράτος πρέπει να παρέμβει. Όχι με συνθήματα. Με κανόνες. Και με περιορισμούς όπου χρειάζεται. Με κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση. Με αξιοποίηση κλειστών και δημόσιων κτιρίων. Με δημοτικές κατοικίες. Με ανακαινίσεις εγκαταλελειμμένων ακινήτων. Με ειδικά προγράμματα για τους ανθρώπους που καλούνται να υπηρετήσουν σε περιοχές υψηλού στεγαστικού κόστους.
Υπάρχουν ήδη κυβερνητικές εξαγγελίες για αξιοποίηση κρατικών και δημοτικών κτιρίων και δημιουργία κατοικιών για δημοσίους υπαλλήλους σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές. Το ζητούμενο όμως τώρα είναι να περάσουμε από τις εξαγγελίες στα «κλειδιά».
Η υπόθεση των Χανίων έχει τελικά ένα πολύ απλό μάθημα. Η Πολιτεία δεν πρέπει να μετρά την επιτυχία της από το πόσα μέτρα ανακοίνωσε. Πρέπει να τη μετρά από το αν ένας άνθρωπος μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς εκεί όπου του ζητά να εργαστεί. Και η κοινωνία δεν πρέπει να μετρά την ανάπτυξή της μόνο από τον αριθμό των τουριστών, τις πληρότητες των καταλυμάτων και την αξία των ακινήτων. Πρέπει να αναρωτιέται αν οι άνθρωποι που κρατούν όρθια την περιοχή μπορούν να παραμείνουν σε αυτήν. Γιατί μια πόλη που έχει ξενοδοχεία αλλά δεν έχει σπίτια για τους δασκάλους έχει πρόβλημα. Ένα νησί που υποδέχεται χιλιάδες επισκέπτες αλλά δεν μπορεί να στεγάσει τον γιατρό του έχει πρόβλημα. Ένας τουριστικός προορισμός που χρειάζεται εκπαιδευτικούς, νοσηλευτές, αστυνομικούς και εργαζόμενους, αλλά τους αναγκάζει να κατοικούν δεκάδες χιλιόμετρα μακριά, έχει πρόβλημα. Και μια Πολιτεία που διορίζει ανθρώπους χωρίς να εξασφαλίζει ότι μπορούν να ζήσουν στον τόπο όπου τους στέλνει, έχει επίσης πρόβλημα.
Πολιτικό ερώτημα
Η σκηνή στα Χανιά δεν πρέπει να μείνει μια συγκινητική φωτογραφία των ημερών. Πρέπει να γίνει πολιτικό ερώτημα. Αν η Ελλάδα θέλει να παραμείνει ένας μεγάλος τουριστικός προορισμός, πρέπει ταυτόχρονα να παραμείνει και μια χώρα στην οποία ο δάσκαλος μπορεί να βρει σπίτι, ο γιατρός μπορεί να μείνει στον τόπο υπηρεσίας του και μια μητέρα μπορεί να φτάσει με το παιδί της σε μια καινούργια πόλη χωρίς να αναρωτιέται πού θα κοιμηθούν. Γιατί το πραγματικό μέτρο της ανάπτυξης δεν είναι μόνο πόσα δωμάτια γεμίζουν το καλοκαίρι. Είναι και αν, όταν αδειάζουν τα δωμάτια των τουριστών, υπάρχουν ακόμη σπίτια για τους ανθρώπους που μένουν εδώ. Και αυτό είναι μια ευθύνη που δεν ανήκει μόνο στην κυβέρνηση. Ανήκει σε όλους μας.
Υστερόγραφο: Διατυπώθηκε αυτές τις μέρες και η άποψη ότι η χώρα δημιουργεί δομές φιλοξενίας για αιτούντες άσυλο, οργανώνει προγράμματα στέγασης και παρέχει οικονομικά βοηθήματα για την κάλυψη βασικών αναγκών ενώ την ίδια στιγμή μια δημόσια λειτουργός αναζητεί χώρο για να στήσει σκηνή.
Βέβαια τα περιστατικά δεν είναι αντικειμενικά συγκρίσιμα. Οι αιτούντες άσυλο δεν αποκτούν δωρεάν κατοικίες, ούτε όλοι οι μετανάστες λαμβάνουν αυτομάτως επιδόματα. Οι δομές υποδοχής και τα οικονομικά βοηθήματα αφορούν συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιούχων, συνδέονται με ευρωπαϊκές και διεθνείς υποχρεώσεις και συχνά χρηματοδοτούνται από ειδικούς πόρους. Ο πολίτης δεν γνωρίζει όμως και δεν εξετάζει κάθε φορά τις διαφορετικές πηγές χρηματοδότησης, τις υποχρεώσεις και τις αρμοδιότητες της διοίκησης. Βλέπει ένα κράτος να οργανώνει μηχανισμούς στέγασης για τη διαχείριση του Μεταναστευτικού, αλλά αδυνατεί να συγκροτήσει έναν μόνιμο μηχανισμό για τους ανθρώπους που στέλνει να στελεχώσουν τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τις υπηρεσίες του. Προφανώς, η απάντηση δεν είναι να κλείσουν οι δομές φιλοξενίας, ούτε να στερηθούν οι αιτούντες άσυλο τα στοιχειώδη. Είναι να αποκτήσει η χώρα μια εξίσου συγκροτημένη και ολοκληρωμένη πολιτική για τη στέγαση των δημόσιων λειτουργών της.
















