Στις 30 Ιανουαρίου 1962, τρία κορίτσια άρχισαν να γελούν σε ένα οικοτροφείο θηλέων στο χωριό Kashasha της Τανγκανίκας, στη σημερινή Τανζανία. Τίποτα ασυνήθιστο μέχρι εδώ. Τρεις μαθήτριες γελούν μέσα σε ένα αυστηρό σχολείο, πιθανότατα για κάτι που ο καθηγητής δεν θα έβρισκε καθόλου αστείο.
Μόνο που το γέλιο δεν σταμάτησε.
Μέσα στις επόμενες ημέρες, παρόμοια επεισόδια άρχισαν να εμφανίζονται και σε άλλες μαθήτριες. Ορισμένες γελούσαν ανεξέλεγκτα για ώρες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις τα συμπτώματα επέμεναν επί ημέρες.
Σύντομα το σχολείο δεν μπορούσε να λειτουργήσει.
Και όταν οι μαθήτριες επέστρεψαν στα σπίτια τους, το παράξενο φαινόμενο ταξίδεψε μαζί τους.
Από τρία κορίτσια σε σχεδόν ολόκληρο σχολείο
Το σχολείο του Kashasha φιλοξενούσε 159 μαθήτριες ηλικίας 12 έως 18 ετών. Σύμφωνα με την ιατρική αναφορά που δημοσιεύθηκε την επόμενη χρονιά, περίπου 95 μαθήτριες επηρεάστηκαν κατά το πρώτο ξέσπασμα.
Οι εκπαιδευτικοί δεν παρουσίασαν συμπτώματα. Οι μαθήτριες, όμως, αδυνατούσαν να συγκεντρωθούν και τα μαθήματα έγιναν σχεδόν αδύνατα.
Στις 18 Μαρτίου, λιγότερο από δύο μήνες μετά την έναρξη των περιστατικών, το σχολείο έκλεισε και τα κορίτσια στάλθηκαν στα σπίτια τους.
Οι υπεύθυνοι πιθανότατα πίστευαν ότι η απομάκρυνση των μαθητριών θα έδινε τέλος στην κατάσταση.
Συνέβη το αντίθετο.
Το γέλιο έφυγε από το σχολείο
Όταν οι μαθήτριες επέστρεψαν στις οικογένειές τους, παρόμοια συμπτώματα εμφανίστηκαν και σε άλλες κοινότητες. Στο χωριό Nshamba, όπου κατοικούσαν ορισμένες από τις μαθήτριες, καταγράφηκαν εκατοντάδες περιστατικά. Αργότερα το φαινόμενο εμφανίστηκε σε ακόμη ένα σχολείο και σε γειτονικές περιοχές.
Τα σχολεία έκλειναν προσωρινά, άνοιγαν ξανά και σε ορισμένες περιπτώσεις αναγκάζονταν να ξανακλείσουν όταν τα επεισόδια επέστρεφαν.
Με τον καιρό, περίπου 1.000 άνθρωποι εκτιμάται ότι επηρεάστηκαν, ενώ αρκετά σχολεία διέκοψαν τη λειτουργία τους.
Το παράξενο κύμα χρειάστηκε πολλούς μήνες για να εξαφανιστεί εντελώς.
Και όχι, δεν είχε εμφανιστεί κάποιος εξαιρετικά ταλαντούχος κωμικός στην περιοχή.
Δεν ήταν χαρούμενο γέλιο
Ο όρος «επιδημία γέλιου» δημιουργεί την εικόνα ανθρώπων που άκουσαν ένα αστείο και δεν μπορούσαν να σταματήσουν να διασκεδάζουν. Η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο δύσκολη.
Το γέλιο ήταν ακούσιο και συχνά συνοδευόταν από κλάμα, ανησυχία, σωματικό πόνο, εξάντληση ή άλλα συμπτώματα. Δεν επρόκειτο για μια ευχάριστη εμπειρία ούτε για συνηθισμένο μεταδοτικό γέλιο.
Ορισμένα επεισόδια διαρκούσαν λίγες ώρες, ενώ άλλα μπορούσαν να συνεχιστούν για ημέρες. Οι άνθρωποι που επηρεάζονταν δεν είχαν απλώς «καλή διάθεση». Βίωναν μια κατάσταση την οποία δεν μπορούσαν να ελέγξουν.
Αυτός είναι και ο λόγος που ορισμένοι επιστήμονες θεωρούν παραπλανητικό τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζεται συχνά η ιστορία στο διαδίκτυο.
Ήταν κάποια μυστηριώδης ασθένεια;
Οι γιατροί εξέτασαν την πιθανότητα οργανικής ασθένειας, μόλυνσης ή δηλητηρίασης, αλλά δεν εντόπισαν έναν φυσικό παράγοντα που να εξηγεί την εξάπλωση. Δεν υπήρχε κάποιος «ιός του γέλιου».
Η επικρατέστερη ερμηνεία ήταν ότι επρόκειτο για περιστατικό μαζικής ψυχογενούς νόσησης — αυτό που παλαιότερα αποκαλούνταν «μαζική υστερία».
Σε τέτοιες περιπτώσεις, μια ομάδα ανθρώπων εμφανίζει πραγματικά συμπτώματα χωρίς να εντοπίζεται αντίστοιχη οργανική αιτία. Τα συμπτώματα δεν είναι προσποίηση. Μπορούν να συνδέονται με έντονο άγχος, φόβο, κοινωνική πίεση και την ασυνείδητη μετάδοση μιας αντίδρασης μέσα στην ομάδα.
Επιστημονική ανάλυση της υπόθεσης υποστηρίζει ότι το γέλιο ήταν μόνο ένα από τα συμπτώματα μιας ευρύτερης ψυχογενούς αντίδρασης και όχι απόδειξη ότι το συνηθισμένο γέλιο μπορεί να εξαπλωθεί σαν ιός.
Μια χώρα που άλλαζε απότομα
Η Τανγκανίκα είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της μόλις λίγες εβδομάδες πριν από την έναρξη των περιστατικών. Η κοινωνία περνούσε μια περίοδο μεγάλων αλλαγών. Οι νέοι βρίσκονταν ανάμεσα στις παραδοσιακές απαιτήσεις των οικογενειών τους και στις νέες προσδοκίες που δημιουργούσε η εκπαίδευση.
Το σχολείο στο οποίο ξεκίνησε το φαινόμενο ήταν αυστηρό και οι μαθήτριες αντιμετώπιζαν σημαντική πίεση. Ερευνητές έχουν προτείνει ότι το συσσωρευμένο άγχος, η αυστηρή πειθαρχία και η κοινωνική αναστάτωση μπορεί να συνέβαλαν στο ξέσπασμα.
Δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε με βεβαιότητα τι αισθάνονταν τα τρία κορίτσια όταν άρχισαν να γελούν.
Ίσως ένα απλό περιστατικό λειτούργησε ως σπίθα σε ένα περιβάλλον ήδη γεμάτο ένταση.
Πώς «μεταδίδεται» κάτι που δεν είναι μεταδοτικό;
Η μαζική ψυχογενής νόσηση δεν μεταδίδεται μέσω μικροβίων. Μπορεί όμως να εξαπλωθεί κοινωνικά. Όταν ένα άτομο βλέπει ανθρώπους γύρω του να παρουσιάζουν ανεξήγητα συμπτώματα, το άγχος του αυξάνεται. Αρχίζει να παρατηρεί πιο έντονα το σώμα του, να φοβάται ότι κινδυνεύει και τελικά μπορεί να εκδηλώσει παρόμοια συμπτώματα.
Σε μια κλειστή και δεμένη κοινότητα, αυτή η αλληλουχία μπορεί να επαναληφθεί γρήγορα.
Το κλείσιμο του σχολείου ίσως βοήθησε προσωρινά, αλλά μετέφερε τις μαθήτριες σε νέες ομάδες ανθρώπων. Έτσι μπορεί να εξηγείται γιατί τα περιστατικά εμφανίστηκαν αργότερα σε χωριά και άλλα σχολεία.
Δεν «κολλούσαν» το γέλιο.
Μετέφεραν, χωρίς να το γνωρίζουν, το άγχος και την προσδοκία ότι κάτι παράξενο μπορούσε να συμβεί.
Ήταν πράγματι 1.000 άνθρωποι;
Η βασική υπόθεση είναι πραγματική και καταγράφηκε από γιατρούς της εποχής. Η αρχική ιατρική αναφορά δημοσιεύθηκε το 1963 και περιέγραφε το ξέσπασμα στην περιοχή Bukoba.
Ωστόσο, αρκετές δημοφιλείς αφηγήσεις μεγαλοποιούν ή απλοποιούν όσα συνέβησαν. Οι περίπου 1.000 άνθρωποι δεν γελούσαν όλοι μαζί, ασταμάτητα, επί έναν ολόκληρο χρόνο.
Τα επεισόδια εμφανίζονταν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και περιοχές. Το γέλιο συνοδευόταν συχνά από άλλα συμπτώματα, ενώ οι ακριβείς συνολικοί αριθμοί διαφέρουν ανάλογα με την πηγή.
Η αλήθεια παραμένει αρκετά εντυπωσιακή χωρίς να χρειάζεται υπερβολές.
Πώς τελείωσε η «επιδημία»;
Δεν ανακαλύφθηκε κάποιο φάρμακο και δεν υπήρξε μια συγκεκριμένη θεραπεία που σταμάτησε τα περιστατικά. Με τον χρόνο, τα επεισόδια έγιναν αραιότερα και τελικά εξαφανίστηκαν. Οι άνθρωποι που επηρεάστηκαν ανάρρωσαν και δεν αναφέρθηκαν θάνατοι που να συνδέονται με το φαινόμενο.
Αυτό ενισχύει την ερμηνεία ότι επρόκειτο για ψυχογενή αντίδραση σε μια περίοδο μεγάλης πίεσης.
Μια ιστορική μελέτη του Χάρβαρντ τοποθετεί το περιστατικό μέσα στο κλίμα της ανεξαρτησίας και των κοινωνικών αλλαγών που βίωνε τότε η περιοχή.
Η ιστορία που ακούγεται αστεία, αλλά δεν ήταν
Η «επιδημία γέλιου» της Τανγκανίκας είναι ένα από τα πιο ασυνήθιστα περιστατικά στην ιστορία της ψυχολογίας. Ξεκίνησε από τρεις μαθήτριες, επηρέασε εκατοντάδες ανθρώπους και οδήγησε στο κλείσιμο σχολείων. Δεν προκλήθηκε από ένα αστείο και δεν ήταν μια περίοδος ασταμάτητης χαράς.
Ήταν πιθανότατα η σωματική έκφραση ενός άγχους που οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να εκφράσουν διαφορετικά.
Και ίσως αυτό είναι το πιο παράξενο κομμάτι της ιστορίας.
Όχι ότι εκατοντάδες άνθρωποι άρχισαν να γελούν.
Αλλά ότι πίσω από όλο αυτό το γέλιο, κανείς δεν διασκέδαζε.
















