Σε γκάφα ολκής εξελίσσεται η προσπάθεια του ΠΑΣΟΚ να αναδείξει ως μείζον πρόβλημα για χιλιάδες νέους τη μεταφορά της Γ΄ ΕΣΣΟ στον Αύγουστο, συνδέοντάς την με το γεγονός ότι οι εγγραφές των πρωτοετών στα Πανεπιστήμια πραγματοποιούνται αργότερα.

Το επιχείρημα που προβλήθηκε είναι εκ πρώτης όψεως ανησυχητικό: Οι νέοι καλούνται πλέον να καταταγούν τον Αύγουστο, οι εγγραφές στα ΑΕΙ δεν έχουν ακόμη πραγματοποιηθεί και, επομένως, δεν διαθέτουν βεβαίωση εγγραφής για να εξασφαλίσουν αναβολή. Μάλιστα, στη σχετική κοινοβουλευτική παρέμβαση γίνεται λόγος ακόμη και για κίνδυνο να βρεθούν νέοι αντιμέτωποι με τις συνέπειες της ανυποταξίας.

Υπάρχει όμως μια βασική λεπτομέρεια: Η ισχύουσα νομοθεσία προβλέπει ακριβώς αυτή την περίπτωση. Και για τη συγκεκριμένη αναβολή δεν απαιτείται προηγούμενη εγγραφή σε Πανεπιστήμιο.

Τι λέει πραγματικά ο νόμος

Το άρθρο 188 του ν. 5265/2026 προβλέπει ειδικά την «αναβολή κατάταξης υποψηφίων σπουδαστών ανώτερης ή ανώτατης σχολής».

Σύμφωνα με τη διάταξη, δικαίωμα αναβολής έχουν όσοι, κατά την ημερομηνία που υποχρεούνται να καταταγούν, διαθέτουν τις προϋποθέσεις και επιθυμούν να συμμετάσχουν σε διαδικασία εγγραφής σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή του εσωτερικού ή του εξωτερικού.

Η λέξη-κλειδί είναι «υποψηφίων».

Ο νόμος δεν απαιτεί ο νέος να είναι ήδη εγγεγραμμένος φοιτητής. Αντιθέτως, δημιουργεί ξεχωριστή κατηγορία αναβολής ακριβώς για το διάστημα πριν από την εγγραφή του.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικές είναι οι επίσημες οδηγίες της Στρατολογίας. Στην περίπτωση αποφοίτου Λυκείου που πρόκειται να εγγραφεί σε ανώτερη ή ανώτατη σχολή, προβλέπεται η δυνατότητα αίτησης αναβολής με αντίγραφο του απολυτηρίου Λυκείου ή άλλον τίτλο που παρέχει δικαίωμα συμμετοχής σε εισαγωγική διαδικασία.

Με άλλα λόγια, η βεβαίωση εγγραφής από το Πανεπιστήμιο, πάνω στην απουσία της οποίας οικοδομήθηκε η επιχειρηματολογία περί «κενού», δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη συγκεκριμένη αναβολή.

Γιατί αρκεί το απολυτήριο

Η λογική της διάταξης είναι απλή.

Ένας νέος που ολοκλήρωσε το Λύκειο δεν είναι υποχρεωτικό να ακολουθήσει αποκλειστικά τη διαδρομή των Πανελλαδικών και ενός ελληνικού δημόσιου ΑΕΙ. Μπορεί να επιδιώκει την εισαγωγή του σε άλλη ανώτερη ή ανώτατη σχολή που εμπίπτει στο πεδίο της διάταξης ή να σχεδιάζει σπουδές στο εξωτερικό.

Γι’ αυτό ο νομοθέτης δεν συνέδεσε την αναβολή του υποψηφίου σπουδαστή ούτε με την επιτυχία στις Πανελλαδικές ούτε με την ημερομηνία εγγραφής στα ελληνικά Πανεπιστήμια.

Το Εθνικό Μητρώο Διοικητικών Διαδικασιών είναι εξίσου σαφές: Για τη συγκεκριμένη διαδικασία απαιτούνται τίτλοι σπουδών ή πιστοποιήσεις αρμόδιων αρχών από τις οποίες προκύπτει το δικαίωμα συμμετοχής σε διαδικασία εισαγωγής.

Αφού πραγματοποιηθεί η εγγραφή, ενεργοποιούνται οι προβλέψεις που αφορούν πλέον τον εγγεγραμμένο φοιτητή και την αναβολή λόγω σπουδών. Πρόκειται, δηλαδή, για δύο διαφορετικές καταστάσεις που το ισχύον πλαίσιο αντιμετωπίζει χωριστά.

Από τον «κίνδυνο ανυποταξίας» στην πραγματικότητα

Έτσι, το σενάριο σύμφωνα με το οποίο οι νέοι πρέπει πρώτα να περιμένουν να ανοίξουν οι εγγραφές των Πανεπιστημίων προκειμένου να μπορούν να ζητήσουν αναβολή καταρρέει.

Και μαζί του καταρρέει η εικόνα ενός θεσμικού κενού που θα μπορούσε να οδηγήσει μαζικά νέους ακόμη και σε καθεστώς ανυποταξίας επειδή το ακαδημαϊκό ημερολόγιο δεν συμβαδίζει με τις νέες ημερομηνίες κατάταξης.

Η επίσημη διαδικασία υπάρχει, είναι ενεργή και προβλέπεται ρητά από τον νόμο.

Αυτό, βέβαια, δεν αποκλείει να υπάρξει κάποια μεμονωμένη περίπτωση εσφαλμένης ενημέρωσης από υπηρεσία, η οποία προφανώς πρέπει να διορθωθεί. Είναι όμως εντελώς διαφορετικό από την εικόνα ενός γενικευμένου προβλήματος για τους νέους που παρουσιάστηκε δημοσίως.

Αντιπολίτευση πάνω στην αγωνία των νέων

Το πολιτικό ζήτημα που μένει είναι πλέον διαφορετικό. Πριν διατυπωθούν δημόσια προειδοποιήσεις περί κινδύνου ανυποταξίας για νέους ανθρώπους, θα αρκούσε η ανάγνωση του άρθρου 188 και των επίσημων οδηγιών της Στρατολογίας.

Σε μια περίοδο κατά την οποία χιλιάδες 18χρονοι και οι οικογένειές τους βρίσκονται ανάμεσα στις Πανελλαδικές, στην επιλογή σπουδών, στις εγγραφές και στις στρατολογικές τους υποχρεώσεις, η δημιουργία πρόσθετης ανασφάλειας κάθε άλλο παρά αθώα είναι.

Η πολιτική αντιπαράθεση έχει τους δικούς της κανόνες. Όταν όμως μεταφέρεται στους νέους η εντύπωση ότι κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς αναβολή ή ακόμη και αντιμέτωποι με ανυποταξία, ενώ η νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένα το αντίθετο, τότε η αντιπολιτευτική βιασύνη αρχίζει να παίζει με πραγματικές αγωνίες.

Και στην προκειμένη περίπτωση, πριν το ΠΑΣΟΚ ανακαλύψει ένα πρόβλημα που ο νόμος έχει ήδη λύσει, θα αρκούσε κάτι πολύ απλούστερο: Να τον διαβάσει.