Ελεύθερος αλλά με αυστηρούς περιοριστικούς όρους αφέθηκε ο γκαλερίστας Γιώργος Τσαγκαράκης, μετά την απολογία του ενώπιον της ανακρίτριας και με σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα. Οι Αρχές του επέβαλαν μηνιαία εμφάνιση στο αστυνομικό τμήμα, απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, εγγυοδοσία 50.000 ευρώ και πλήρη απαγόρευση οποιασδήποτε δραστηριότητας σχετικής με αρχαιότητες.
Επιτρέπεται μόνο η ενασχόληση με πίνακες ζωγραφικής, αποκλειστικά όταν συνοδεύονται από πιστοποιητικά γνησιότητας.
Η υπάλληλός του, η οποία κατηγορείται για αποδοχή προϊόντων εγκλήματος, αφέθηκε ελεύθερη χωρίς περιορισμούς.
Βαρύ κατηγορητήριο
Υπενθυμίζεται ότι σε βάρος του γνωστού γκαλερίστα, είχε ασκηθεί πίεση νίκη δίωξη για:
• Υπεξαίρεση αρχαίων και νεότερων μνημείων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τελεσθείσα κατά επάγγελμα(κακούργημα)
• Παράβαση της υποχρέωσης δήλωσης μνημείου
• Διακεκριμένη περίπτωση κατασκευής-έκθεσης διακίνησης-διάθεσης-κατοχής έργων τέχνης με σκοπό παραπλάνησης, ιδιαίτερα μεγάλης αξίας τελεσθείσα, κατ’ επάγγελμα και σε εμπορική κλίμακα, κατ΄ εξακολούθηση (κακούργημα)
• Απάτη με ζημιά ιδιαίτερα μεγάλη, κατ’ εξακολούθηση (κακούργημα)
Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε το κατηγορητήριο, από τα 321 έργα που εντοπίστηκαν στην κατοχή του Γιώργου Τσαγκαράκη, μόνο τα 7 ήταν γνήσια.
«Το Ευαγγέλιο μου το έδωσε συνεργάτης μου»
Ο Γιώργος Τσαγκαράκης στην απολογία του αρνήθηκε τις κατηγορίες και υποστήριξε πως το Ευαγγέλιο του 18ου αιώνα που είχε στην κατοχή του του το είχε παραδώσει αλλοδαπός συνεργάτης του.
«Είμαι 35 χρόνια επαγγελματίας. Τα χρήματα μου δικαιολογούνται απόλυτα. Έχω τρία διαφορετικά καταστήματα και διασύρομαι στα κανάλια λόγω της επιτυχίας μου. Για το Ευαγγέλιο το έλαβα από ιδιώτη αλλοδαπό στέλεχος εταιρίας και προσκόμισα έγγραφα. Σας καλώ να τα διερευνήσετε. Κάλεσα ο ίδιος την αρχαιολογία προκειμένου να ελεγχθεί».
Για τους πίνακες που εντοπίστηκαν στις αποθήκες του υποστήριξε ότι είναι οικογενειακά κειμήλια.
«Ήταν παμπάλαια κειμήλια που ήταν εκεί από την εποχή του πατέρα μου. Ουδέποτε εξαπατήθηκε κανείς ουδέποτε υπήρξε πρόθεση να πουληθεί πίνακας που ήταν πλαστός. Ήταν παρατημένοι πίνακες εδώ και δεκαετίες. Η διαδικασία του ελέγχου έγινε μέσα σε λιγότερο από μισή ώρα από την υπάλληλο της πινακοθήκης πράγμα πρακτικά αδύνατο. Προσβάλλει την τέχνη».
Το Ευαγγέλιο που άναψε φωτιές
Η υπόθεση πήρε διαστάσεις όταν πολίτες και ειδικοί άρχισαν να καταθέτουν καταγγελίες για τη δράση του γκαλερίστα, οι οποίες ενισχύθηκαν από ευρήματα της αστυνομικής έρευνας. Εκτιμήσεις ειδικών για πλαστά έργα που φέρεται να δημοπρατούσε, ασάφειες γύρω από την προέλευση αντικειμένων και η παλαιότερη καταδίκη του για πώληση πλαστού πίνακα, συνθέτουν ένα σύνθετο σκηνικό.
Πώς ξεκίνησε η έρευνα
Το κουβάρι άρχισε να ξετυλίγεται στα τέλη Φεβρουαρίου, όταν οι Αρχές έλαβαν τις πρώτες καταγγελίες. Στις 19 Μαρτίου, Κύπριος βυζαντινολόγος εντόπισε ότι ο Τσαγκαράκης επιχειρούσε να πουλήσει Ευαγγέλιο του 1745, προειδοποιώντας ότι εμπίπτει στη νομοθεσία περί αρχαιοτήτων και δεν μπορεί να διατεθεί στην αγορά.
Ο γκαλερίστας ισχυρίζεται ότι το αγόρασε από άτομο που εμφανίστηκε ως νόμιμος κάτοχος και ότι θα αποκαλύψει την ταυτότητά του αργότερα. Το Ευαγγέλιο, τυπωμένο στη Βενετία, έφτασε στην Ελλάδα υπό συνθήκες που διερευνώνται.
Ο φερόμενος ιδιοκτήτης
Σύμφωνα με πληροφορίες της εκπομπής του MEGA, Live News ως ιδιοκτήτης του Ευαγγελίου εμφανίζεται ένας 71χρονος Ελληνοβρετανός, με σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων και άδεια παραμονής έως το 2031. Σε υπεύθυνη δήλωσή του καταγράφει σειρά έργων τέχνης και ένα θρησκευτικό κειμήλιο, μαζί με τις ασφαλιστικές τους αξίες.
Ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται δύο πίνακες του Περικλή Βυζάντιου και δύο του Νικηφόρου Λύτρα, με χαμηλές ασφαλιστικές τιμές. Το Ευαγγέλιο του 1745 αποτιμάται στα 500 ευρώ, ενώ αναφέρεται ότι κατά την αγορά του καταβλήθηκε ΦΠΑ. Σε μεταγενέστερη δήλωσή του, το 2026, σημειώνει ότι σε περίπτωση πώλησης η εταιρεία Τσαγκαράκη θα παρακρατούσε προμήθεια 23,6%.
Οι διαπιστώσεις των ειδικών
Ο νομικός σύμβουλος της Εθνικής Πινακοθήκης, όπως ανέφερε, εντόπισε τυχαία ότι η πλειονότητα των έργων που διαφήμιζε ο γκαλερίστας ήταν πλαστά. Η αποκάλυψη ήρθε μετά από έρευνα του δημοσιογράφου Βασίλη Λαμπρόπουλου, ο οποίος είχε φέρει στο φως και την παλαιότερη καταδίκη του Τσαγκαράκη για πώληση πλαστού πίνακα έναντι 30.000 ευρώ.












