Ζούμε σε μια περίοδο ιστορικής ρευστότητας. Η διεθνής τάξη μεταβάλλεται, η Δύση αμφιβάλλει για τον εαυτό της, διχάζεται στρατηγικά και πολιτισμικά, ενώ οι γεωπολιτικές εντάσεις εντείνονται. Η αβεβαιότητα δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση, αλλά μόνιμο χαρακτηριστικό του διεθνούς περιβάλλοντος. Παράλληλα, στο εσωτερικό της χώρας, το πολιτικό σύστημα εμφανίζεται κατακερματισμένο, χωρίς μια σαφή, συνεκτική και αξιόπιστη εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης.
- της Ζέττας Μακρή Βουλευτής Μαγνησίας με τη ΝΔ
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ανάγκη για πολιτική σταθερότητα δεν είναι ένα ακόμα σύνθημα, είναι εθνική προτεραιότητα.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στα χρόνια της διακυβέρνησής του, απέδειξε πως μπορεί να κρατά το τιμόνι της χώρας με σοβαρότητα, με στρατηγικό σχέδιο αλλά και ευελιξία. Ήταν και είναι το λιμάνι της πολιτικής σταθερότητας που είχε ανάγκη η χώρα. Όχι επειδή δεν υπήρξαν δυσκολίες, αστοχίες ή κοινωνικές πιέσεις, αλλά επειδή, παρά τις αλλεπάλληλες κρίσεις, η Ελλάδα δεν παρασύρθηκε. Αντιθέτως, διατήρησε πορεία, προσανατολισμό και θεσμική συνοχή.
Σήμερα, η Ελλάδα υπό την ηγεσία του είναι μια χώρα με αναβαθμισμένη διεθνή εικόνα, αξιόπιστος εταίρος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με ενισχυμένες περιφερειακές συμμαχίες και ενεργό ρόλο στις διεθνείς εξελίξεις. Η οικονομία της κατέγραψε σταθερή αναπτυξιακή πορεία, βγήκε από την κατηγορία των «σκουπιδιών» και επέστρεψε στην επενδυτική βαθμίδα. Με συνετή δημοσιονομική πολιτική, μείωση φόρων, πάταξη της φοροδιαφυγής και ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, βελτιώθηκε το διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών και ξεκίνησε η πρόωρη αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.
Τίποτα από αυτά δεν ήταν και δεν είναι αυτονόητο. Ιδίως αν ανατρέξουμε στη συλλογική μνήμη όσων συνέβησαν πριν από μια δεκαετία. Ούτε η ετήσια αύξηση μισθών και συντάξεων είναι δεδομένη, ούτε η οικονομική και εθνική ασφάλεια μιας χώρας σε έναν ασταθή κόσμο.
Για να διατηρηθούν και να ενισχυθούν τα κεκτημένα απαιτούνται τρεις βασικοί πυλώνες: Συνέχιση της αναπτυξιακής πορείας, διασφάλιση των συνόρων και της αποτρεπτικής ισχύος μέσω του εξοπλιστικού προγράμματος και κοινωνική συνοχή. Αυτά αποτελούν τα ουσιαστικά «όπλα» της χώρας για να αντέξει τόσο τις διεθνείς «φουρτούνες» όσο και την εσωτερική πολιτική πολυδιάσπαση, όπου απουσιάζουν ρεαλιστικές προτάσεις διακυβέρνησης.
Όσα πέτυχε η Ελλάδα τα τελευταία επτά χρόνια δεν προέκυψαν τυχαία. Είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών, μεταρρυθμίσεων και μιας ηγεσίας που επέλεξε τον ρεαλισμό αντί του πειραματισμού. Για αυτό και στην κάλπη τίθεται καθαρό το δίλημμα αν συγκρίνουμε πού βρισκόμασταν το 2019 και πού βρισκόμαστε σήμερα και πολύ περισσότερο αν «διαβάσουμε» προσεκτικά τον διεθνή περίγυρο και τους κινδύνους που αναδύονται.
Ζούμε σε πρωτόγνωρους καιρούς. Κάποτε η σταθερά ήταν το «ανήκουμε στη Δύση». Παραμένει ακλόνητη για εμάς, αλλά η ίδια η Δύση αλλάζει και ακόμη δεν έχει διαμορφωθεί πλήρως η νέα διεθνής ισορροπία. Σε αυτό το μεταβατικό στάδιο, η πολιτική σταθερότητα δεν είναι συντηρητισμός· είναι σοφία επιβίωσης.
Εμπειρία, συνέχεια, θεσμική σοβαρότητα και καθαρό προσανατολισμό, αυτή τη στρατηγική ενσαρκώνει ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το ερώτημα, λοιπόν, θα τεθεί χωρίς υπεκφυγές:
Θέλουμε να προχωρήσουμε μπροστά με σταθερότητα, μεταρρυθμίσεις και ασφάλεια ή να διακινδυνεύσουμε όσα κατακτήσαμε με κόπο και ιδρώτα;
Σε έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η εναλλαγή προσώπων και νέων πειραματισμών αλλά η πορεία της χώρας. Και σήμερα, το πιο σίγουρο λιμάνι για την Ελλάδα παραμένει η πολιτική σταθερότητα και η ασφάλεια που εγγυάται ο Κυριάκος Μητσοτάκης.










