Ξεκίνησε σήμερα στο Μικτό Ορκωτό δικαστήριο Λευκάδας η δίκη για τη στυγερή δολοφονία της Δώρας Ναστούλη, ένα έγκλημα που είχε συγκλονίσει το Αγρίνιο τον Νοέμβριο του 2024.
Από τις συγκλονιστικές στιγμές της διαδικασίας ήταν όταν η μητέρα της Δώρας, λύγισε μπροστά στη θέα του δράστη, τον κοίταξε και του απηύθυνε μια μόνο ερώτηση: «Γιατί τη σκότωσες;».
Σύμφωνα με το agriniopress.gr, στον αντίποδα, η μητέρα του δράστη επιχείρησε να ανασκευάσει την αρχική κατάθεσή της προβάλλοντας το επιχείρημα ότι ο γιος της έχει ψυχολογικά προβλήματα. Μάλιστα προσπάθησε να πείσει τους δικαστές ότι δεν υπήρχε μεταξύ τους επικοινωνία μετά την δολοφονία.
Υπενθυμίζεται ότι αρχικά είχε πει ότι ο δράστης είχε τηλεφωνήσει μετά την αποτρόπαια πράξη του και είχε ομολογήσει τον φόνο. Υπό το βάρος των ερωτήσεων και των πιέσεων του συνηγόρου παραδέχτηκε τελικά την αρχική της κατάθεση.
Σημειώνεται ότι ενώ ο συνήγορος του κατηγορούμενου είχε ισχυριστεί ότι έχει ψυχολογικά προβλήματα, δεν προσκόμισε κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει το πρόβλημα.
Λίγο πριν ξεκινήσει η δίκη δημιουργήθηκε ένταση μόλις ο αδελφός της δολοφονημένης γυναίκας αντίκρισε για πρώτη φορά τον κατηγορούμενο.
Η Δώρα Ναστούλη, μητέρα τριών παιδιών έχασε τη ζωή της από τα πυρά του 30χρονου τότε πρώην συντρόφου της, σε κεντρικό σημείο της πόλης. Η δολοφονία εκτυλίχθηκε μέρα μεσημέρι ενώ το θύμα βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο της, προκαλώντας σοκ στην τοπική κοινωνία.
Σύμφωνα με το κατηγορητήριο ο δράστης δεν αποδέχθηκε ποτέ την απόφαση της Δώρας να τερματίσει τη σχέση τους και να προχωρήσει τη ζωή της. Την παρενοχλούσε συστηματικά, την απειλούσε και αγνοούσε τους περιοριστικούς όρους που του είχαν επιβληθεί μετά από καταγγελία της ίδιας για ενδοοικογενειακή βία.
Το χρονικό του εγκλήματος
Η 43χρονη ήταν διαζευγμένη και μητέρα τριών παιδιών. Μετά τον χωρισμό από τον πρώην σύζυγό της είχε συνάψει σχέση με τον 30χρονο αλλά η σχέση τους τελείωσε. Το επόμενο διάστημα η Δώρα Ναστούλη προχώρησε τη ζωή της και ήταν έτοιμη να αρραβωνιαστεί με τον σύντροφό της.
Τη μοιραία ημέρα της δολοφονίας τον Νοέμβριο του 2024, ο δράστης είχε στήσει καρτέρι στη γυναίκα έχοντας όπλο. Όπλο το οποίο μάλιστα προμηθεύτηκε ενώ, μερικούς μήνες πριν, οι Αρχές του είχαν αφαιρέσει δύο κυνηγετικά όπλα που κατείχε έπειτα από μήνυση που είχε υποβάλει σε βάρος του το θύμα για ενδοοικογενειακή βία.
Ο 30χρονος, παρόλο που του είχε αφαιρεθεί ο οπλισμός, ταξίδεψε στην Αθήνα, αγόρασε νέο όπλο από τη «μαύρη αγορά» και επέστρεψε στο Αγρίνιο.
Στη συνέχεια περίμενε μέχρι να φθάσει η γυναίκα στο σημείο που έλαβε χώρα η γυναικοκτονία και όταν εκείνη στάθμευσε το αυτοκίνητό της, την αιφνιδίασε και μπήκε στο αυτοκίνητο από την πόρτα του συνοδηγού και στη συνέχεια την πυροβόλησε.
Μετά την τέλεση του εγκλήματος, ο 30χρονος άφησε το αυτοκίνητό του και άρχισε να περιφέρεται, φτάνοντας στην περιοχή της Μυρτιάς, όπου εντοπίστηκε μερικές ημέρες αργότερα.
Νωρίτερα είχε επικοινωνήσει με την αδελφή του και της είχε πει «χτύπησα τη Δώρα». Την αποθήκη στην οποία είχε καταφύγει ο δολοφόνος της 43χρονης μητέρας τριών παιδιών, υπέδειξαν στους αστυνομικούς η μητέρα και η αδελφή του, οι οποίες φοβήθηκαν ότι θα μπορούσε να βάλει τέλος στη ζωή του. «Να παραδοθεί, να πληρώσει γι’ αυτό που έκανε, αλλά να μην αυτοκτονήσει, να μην τον σκοτώσουν», έλεγε τις πρώτες ώρες μετά το έγκλημα η αδελφή του δράστη.
Η αστυνομική επιχείρηση και η σύλληψη
Δυνάμεις της ΟΠΚΕ προσέγγισαν την αποθήκη. Ο δράστης κάθε φορά που ένιωθε τους αστυνομικούς να πλησιάζουν πιο κοντά, έβαζε το όπλο του στον κρόταφο. Ο διαπραγματευτής κατάφερε να τον ηρεμήσει και στο τέλος μπήκε στην αποθήκη η αδελφή του, τον αγκάλιασε, του έπιασε τα χέρια και έτσι εκείνος άφησε το όπλο. Τότε μπήκαν στην αποθήκη οι αστυνομικοί, τον ακινητοποίησαν και του πέρασαν χειροπέδες.
Η 43χρονη Δώρα από το Αγρίνιο ήταν μητέρα τριών παιδιών, ηλικίας 14, 16 και 18 ετών.












