Το ερώτημα ποιος θα κερδίσει τη γενιά της δυσπιστίας αποκτά πλέον και αριθμητικό βάθος. Η πανελλαδική έρευνα της Interview για την «Political», με ειδική ανάλυση στις ηλικίες 17-35, αποτυπώνει μια νεανική ψήφο λιγότερο κομματική, περισσότερο απαιτητική και εμφανώς καχύποπτη απέναντι τόσο στα παλιά σχήματα όσο και στις νέες πολιτικές «συσκευασίες». Πρόκειται για μια γενιά που δεν φαίνεται να χαρίζεται σε κανέναν. Δεν αρκείται σε συνθήματα, δεν συγκινείται εύκολα από ονομασίες, δεν ακολουθεί μαζικά την παράδοση της οικογένειας ή της κομματικής ένταξης. Αντιθέτως, μετρά την πολιτική με όρους καθημερινότητας, λύσεων και προοπτικής.

Το πρώτο και ίσως πιο κρίσιμο στοιχείο της έρευνας σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού για την εφημερίδα «Political», αφορά το κριτήριο της ψήφου. Στις ηλικίες 17-35, το 46% δηλώνει ότι θα ψηφίσει για να υπάρξει πολιτική αλλαγή, ενώ το 42% απαντά ότι θα επιλέξει με βάση το πρόγραμμα του κόμματος που μπορεί να του λύσει έστω ένα πρόβλημα. Μόλις το 10% δηλώνει ότι θα ψηφίσει παραδοσιακά το κόμμα στο οποίο ανήκει. Η εικόνα αυτή δείχνει μια γενιά που ζητά αλλαγή, αλλά δεν κινείται μόνο θυμικά. Αναζητά απτό αποτέλεσμα. Θέλει να ξέρει ποιος μπορεί να παρέμβει στη στέγη, στη δουλειά, στους μισθούς, στις μετακινήσεις, στην καθημερινή πίεση.

Η νεανική ψήφος δεν χαρίζεται

Αυτή η διπλή τάση, η επιθυμία για αλλαγή και ταυτόχρονα η ανάγκη για πρόγραμμα είναι το κλειδί για την ανάγνωση της νεανικής ψήφου. Οι νέοι δεν εμφανίζονται πλέον ως σταθερό ακροατήριο κανενός κόμματος. Δεν ψηφίζουν με την ίδια ευκολία βάσει παλιάς πολιτικής ταυτότητας. Ούτε όμως δείχνουν έτοιμοι να παρασυρθούν από κάθε νέο πολιτικό εγχείρημα που αυτοπροσδιορίζεται ως «ανανεωτικό».

Είναι χαρακτηριστικό ότι στο ερώτημα για τα νέα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού, το 52% των νέων ηλικίας 17-35 ετών τα χαρακτηρίζει προσωρινά πολιτικά φαινόμενα, ενώ το 29% θεωρεί ότι δεν διαφέρουν ουσιαστικά από τα υπάρχοντα. Μόλις το 17% τα βλέπει ως πραγματική πολιτική ανανέωση. Το εύρημα είναι αποκαλυπτικό. Η νέα γενιά μπορεί να είναι κουρασμένη από το υπάρχον πολιτικό σκηνικό, αλλά δεν ταυτίζει αυτομάτως το νέο με το χρήσιμο, ούτε το διαφορετικό με το αξιόπιστο.

Η ίδια καχυποψία αποτυπώνεται και στις πρώτες εντυπώσεις για τις ονομασίες των νέων σχηματισμών. Για την ΕΛΑΣ, το 75% των νέων δηλώνει αρνητική ή μάλλον αρνητική πρώτη εντύπωση, ενώ θετική ή μάλλον θετική δηλώνει το 20%. Για την Ελπίδα για τη Δημοκρατία, αρνητική/μάλλον αρνητική εντύπωση έχει το 66%, ενώ θετική/μάλλον θετική έχει το 23%. Με άλλα λόγια, η γενιά των 17-35 δεν φαίνεται να αγοράζει εύκολα πολιτικά σύμβολα, συναισθηματικές λέξεις ή ιστορικούς υπαινιγμούς. Η ονομασία από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται περιεχόμενο, αξιοπιστία και σοβαρότητα.

Η πρόθεση ψήφου και το μήνυμα του «Κανένας»

Στην πρόθεση ψήφου των ηλικιών 17-35, η Νέα Δημοκρατία καταγράφεται πρώτη με 18%, ακολουθεί το ΠΑΣΟΚ με 15,7%, ενώ πολύ κοντά βρίσκονται η ΕΛΑΣ με 13,8% και η Ελληνική Λύση με 13,7%. Την Ελπίδα για τη Δημοκρατία θα ψήφιζε το 5,3%, τη Φωνή Λογικής το 5%, το ΚΚΕ το 4,5%, το ΜέΡΑ25 το 4%, την Πλεύση Ελευθερίας το 2%, τη Νίκη το 1%, τη Νέα Αριστερά το 0,9%, τους Δημοκράτες-ΠΚ το 0,8%, τον ΣΥΡΙΖΑ το 0,3%, «άλλο» θα ψήφιζε το 4,1%, ενώ οι αναποφάσιστοι φτάνουν στο 10,8%.

Η εικόνα είναι σύνθετη. Από τη μια πλευρά, η κυβέρνηση διατηρεί προβάδισμα ακόμη και σε ένα κοινό που παραδοσιακά είναι πιο δύσκολο για την Κεντροδεξιά. Από την άλλη, το χαμηλό ποσοστό σε σχέση με τη συνολική δύναμη της Νέας Δημοκρατίας δείχνει ότι το νεανικό ακροατήριο παραμένει ανοιχτό, ρευστό και απαιτητικό.

Ο πολιτικός αρχηγός που εμπιστεύονται

Ανάλογη είναι η εικόνα και στο ερώτημα για τον πολιτικό αρχηγό που εμπιστεύονται περισσότερο για τη διακυβέρνηση της χώρας. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται πρώτος στις ηλικίες 17-35 με 17%, μπροστά από τον Νίκο Ανδρουλάκη που καταγράφει 15%, ενώ ο Κυριάκος Βελόπουλος και ο Αλέξης Τσίπρας ακολουθούν με 12%. Ακολουθούν η Αφροδίτη Λατινοπούλου με 6%, ο Δημήτρης Κουτσούμπας με 4%, η Μαρία Καρυστιανού με 4%, η Ζωή Κωνσταντοπούλου με 3%, ο Γιάνης Βαρουφάκης με 3%, ο Στέφανος Κασσελάκης με 1%, ο Δημήτρης Νατσιός με 1%, ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης με 0,6% και ο Σωκράτης Φάμελλος με 0,4%.

Ωστόσο, το υψηλότερο ποσοστό ανήκει στον «Κανέναν», με 21%. Αυτό είναι ίσως το πιο ηχηρό μήνυμα της έρευνας. Υπάρχει προβάδισμα εμπιστοσύνης προς τον πρωθυπουργό, αλλά υπάρχει και ένα μεγάλο υπόστρωμα δυσπιστίας απέναντι συνολικά στο πολιτικό σύστημα.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό στοίχημα. Η κυβέρνηση έχει το πλεονέκτημα της εμπειρίας, της θεσμικής συνέχειας και της εφαρμοσμένης πολιτικής. Μπορεί να μιλήσει για συγκεκριμένα μέτρα, για προγράμματα στέγασης, για μειώσεις φόρων, για ενίσχυση της απασχόλησης, για ψηφιακό κράτος, για παρεμβάσεις στην καθημερινότητα. Όμως οι νέοι δεν αρκούνται στην περιγραφή της προσπάθειας. Θέλουν να δουν αποτέλεσμα που να φτάνει στη δική τους ζωή. Θέλουν να αισθανθούν ότι η ανάπτυξη δεν είναι απλώς μακροοικονομικός δείκτης, αλλά δυνατότητα να νοικιάσουν σπίτι, να βρουν καλύτερη δουλειά, να μετακινηθούν φθηνότερα, να σχεδιάσουν το μέλλον τους.

Η απόρριψη της νοσταλγίας

Ενδιαφέρον έχει και το πώς οι νέοι τοποθετούνται απέναντι σε πρόσωπα που έχουν συνδεθεί με παλαιότερες πολιτικές περιόδους. Στο δίλημμα μεταξύ Αντώνη Σαμαρά και Αλέξη Τσίπρα για το ποιος υπήρξε καλύτερος πρωθυπουργός, το 46% των ηλικιών 17-35 απαντά «κανένας από τους δύο», ενώ «και οι δύο το ίδιο» απαντά το 2%. Ο Αλέξης Τσίπρας καταγράφει 26% και ο Αντώνης Σαμαράς 24%, όμως το ισχυρότερο εύρημα είναι η άρνηση επιλογής.
Αντίστοιχα, στο ενδεχόμενο να ψήφιζαν κόμμα με επικεφαλής τον Αντώνη Σαμαρά, το 75% των νέων απαντά «καθόλου», «λίγο» απαντά το 12%, ενώ μόλις το 11% αθροιστικά απαντά «πολύ» ή «αρκετά».

Αυτό δείχνει ότι η νέα γενιά δεν γυρίζει εύκολα στο παρελθόν για να αναζητήσει λύσεις. Δεν συγκινείται ιδιαίτερα από πολιτικές αναβιώσεις, ούτε από πρόσωπα που κουβαλούν ισχυρό ιστορικό φορτίο. Η δυσπιστία της δεν είναι μόνο απέναντι στο παρόν. Είναι και απέναντι σε όσους επιχειρούν να εμφανιστούν ως απάντηση μέσω της επιστροφής σε παλαιότερα πολιτικά σχήματα.

Με κριτήριο τη σοβαρότητα

Το συμπέρασμα είναι καθαρό. Η νεολαία δεν αναζητά απλώς μια εναλλαγή προσώπων ή ταμπελών. Αναζητά μια αίσθηση σοβαρότητας, σταθερότητας και πρακτικής αποτελεσματικότητας. Στη στέγη, στην εργασία, στους μισθούς, στις μετακινήσεις, στην προοπτική ζωής. Όποιος θέλει να κερδίσει αυτή τη γενιά πρέπει πρώτα να αποδείξει ότι την ακούει. Και κυρίως ότι μπορεί να μετατρέψει την πολιτική υπόσχεση σε χειροπιαστό αποτέλεσμα.

Η μάχη, λοιπόν, δεν είναι μόνο κομματική. Είναι μάχη αξιοπιστίας. Ανάμεσα στην αλλαγή ως σύνθημα και στην αλλαγή ως εφαρμοσμένο σχέδιο. Ανάμεσα στη διαμαρτυρία και στη λύση. Ανάμεσα στην εύκολη υπόσχεση και στο δύσκολο, αλλά αναγκαίο, πρόγραμμα. Και αν κάτι δείχνουν οι αριθμοί της Interview, είναι ότι η γενιά της δυσπιστίας θα ακούσει μόνο εκείνον που μπορεί να της μιλήσει με αλήθεια, σχέδιο και αποτέλεσμα.