Σημαντικά πλήγματα στα κυκλώματα λαθρεμπορίου ηλεκτρονικών τσιγάρων κατάφερε να επιφέρει πανευρωπαϊκή επιχείρηση που συντόνισε η OLAF, φέρνοντας στο φως την έκταση και την πολυπλοκότητα του παράνομου εμπορίου στον συγκεκριμένο κλάδο.
Η Κοινή Τελωνειακή Επιχείρηση JCO VAPE οδήγησε σε κατασχέσεις άνω των 94 εκατομμυρίων τεμαχίων, καθώς και περισσότερων από 2.500 κιλών/λίτρων προϊόντων καπνού, ηλεκτρονικών τσιγάρων και συναφών ειδών. Στην επιχείρηση συμμετείχαν αρχές από 23 κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, καθώς και επτά χώρες εκτός ΕΕ.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακές ήταν οι επιμέρους κατασχέσεις, με περισσότερα από 1,9 εκατομμύρια ηλεκτρονικά τσιγάρα, χιλιάδες υγρά αναπλήρωσης και δεκάδες χιλιάδες προϊόντα θερμαινόμενου καπνού να εντοπίζονται και να δεσμεύονται. Το Βέλγιο κατέγραψε τη μεγαλύτερη κατάσχεση ηλεκτρονικών τσιγάρων, ξεπερνώντας τα 1,7 εκατομμύρια τεμάχια.
Πολυεπίπεδη δράση και εξελιγμένες μέθοδοι από τα κυκλώματα
Η έρευνα ανέδειξε τον ιδιαίτερα ευέλικτο και εξελιγμένο τρόπο δράσης των κυκλωμάτων, τα οποία χρησιμοποιούσαν παραπλανητικές πρακτικές για να αποφεύγουν τον εντοπισμό από τις αρχές. Τα παράνομα φορτία δηλώνονταν ως εντελώς διαφορετικά προϊόντα, όπως παιχνίδια, ρούχα, παπούτσια, ακόμη και είδη οικιακής χρήσης ή ηλεκτρονικά αξεσουάρ.
Η ποικιλία των «καλυμμάτων» που χρησιμοποιήθηκαν αποτυπώνει την προσαρμοστικότητα των δικτύων, αλλά και τη δυσκολία εντοπισμού τους. Παράλληλα, η επιχείρηση συνέβαλε στη χαρτογράφηση βασικών διαδρομών διακίνησης και στον εντοπισμό νέων μοτίβων παράνομης εισαγωγής προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά.
Σοβαρές επιπτώσεις σε υγεία, οικονομία και περιβάλλον
Πέρα από τη φοροδιαφυγή και την ενίσχυση του οργανωμένου εγκλήματος, οι αρχές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία. Τα περισσότερα από τα κατασχεμένα προϊόντα δεν πληρούσαν τις προβλεπόμενες προδιαγραφές, περιλαμβάνοντας απαγορευμένες γεύσεις, υπερβολικές συγκεντρώσεις νικοτίνης και μη εγκεκριμένα εξαρτήματα.
Η απουσία ελέγχων ποιότητας σημαίνει ότι οι καταναλωτές ενδέχεται να εκτίθενται σε επικίνδυνες ουσίες χωρίς να το γνωρίζουν, ενώ ταυτόχρονα η ανεξέλεγκτη παραγωγή και διάθεση των προϊόντων αυτών επιβαρύνει και το περιβάλλον.
Η επιχείρηση της OLAF ανέδειξε όχι μόνο την έκταση του προβλήματος, αλλά και την ανάγκη για ενίσχυση της διασυνοριακής συνεργασίας, προκειμένου να περιοριστεί ένα φαινόμενο που εξελίσσεται παράλληλα με την αυξανόμενη δημοτικότητα των ηλεκτρονικών τσιγάρων, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες.















