«Δεν είναι ένα πρόβλημα του μέλλοντος η δημογραφική κρίση. Είναι ήδη εδώ και επηρεάζει την οικονομία, την κοινωνία, την αγορά εργασίας, το ασφαλιστικό σύστημα και την ίδια τη φυσιογνωμία της χώρας. Κι όμως, παρά τη βαρύτητά του, το ζήτημα σπανίως βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, ακόμη και τώρα κατά την «προεκλογική» περίοδο.

  • του Φώτη Σιούμπουρα

Αντιμέτωπη με μια από τις πιο αθόρυβες αλλά καθοριστικές κρίσεις της μεταπολιτευτικής περιόδου βρίσκεται η χώρα μας. Μια «σιωπηλή κρίση» που δεν αποτυπώνεται σε άμεσους πολιτικούς κραδασμούς, αλλά διαμορφώνει το μέλλον της χώρας: τη δημογραφική συρρίκνωση. Δεν είναι ένα πρόβλημα του μέλλοντος η δημογραφική κρίση. Είναι ήδη εδώ και επηρεάζει την οικονομία, την κοινωνία, την αγορά εργασίας, το ασφαλιστικό σύστημα και την ίδια τη φυσιογνωμία της χώρας. Κι όμως, παρά τη βαρύτητά του, το ζήτημα σπανίως βρίσκεται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου, ακόμη και τώρα σε προεκλογική περίοδο. Η εικόνα γνωστή: καταγράφεται και στις τελευταίες Εκθέσεις και έρευνες  του ΙΟΒΕ, της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat, στις οποίες σκιαγραφείται μια ανησυχητική πραγματικότητα: η Ελλάδα συγκαταλέγεται πλέον στις πιο γερασμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι γεννήσεις έχουν υποχωρήσει σε επίπεδα κοντά στις 70.000 ετησίως, ενώ οι θάνατοι ξεπερνούν τις 120.000–130.000. Το αποτέλεσμα είναι μια σταθερή ετήσια απώλεια δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων. Δεν πρόκειται για συγκυριακή διακύμανση, αλλά για επαναλαμβανόμενη τάση.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με τη Eurostat, συγκαταλέγεται πλέον στις πιο γερασμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η διάμεση ηλικία έχει ξεπεράσει τα 46 έτη, ενώ πάνω από το 23% του πληθυσμού είναι άνω των 65. Την ίδια στιγμή, ο δείκτης γονιμότητας παραμένει περίπου στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα — αρκετά κάτω από το όριο αναπλήρωσης του πληθυσμού.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης δεν είναι θεωρητικές. Είναι ήδη ορατές στο ασφαλιστικό σύστημα, στην αγορά εργασίας και στην περιφερειακή συνοχή της χώρας. Με περισσότερους από 2,5 εκατομμύρια συνταξιούχους και έναν εργαζόμενο πληθυσμό που δεν ανανεώνεται επαρκώς, η πίεση στο ασφαλιστικό γίνεται διαρκής και δομική. Το ΙΟΒΕ έχει επισημάνει επανειλημμένα ότι η γήρανση του πληθυσμού αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μεσοπρόθεσμους κινδύνους για τη βιωσιμότητα της οικονομίας.

Την ίδια ώρα, η δημογραφική κρίση αποτυπώνεται και στο εκπαιδευτικό και κοινωνικό τοπίο. Σχολεία συγχωνεύονται ή κλείνουν λόγω έλλειψης μαθητών, ιδιαίτερα στην περιφέρεια. Νηπιαγωγεία και δημοτικά λειτουργούν με ελάχιστο αριθμό παιδιών, ενώ ορισμένες κοινότητες βλέπουν τη νέα γενιά να απουσιάζει πλήρως. Η δημογραφική αποψίλωση της υπαίθρου δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο εγκατάλειψης και περαιτέρω γήρανσης.

Η Ελλάδα πλέον εξελίσσεται σε δύο διαφορετικές πληθυσμιακές ταχύτητες. Τα μεγάλα αστικά κέντρα συγκεντρώνουν πληθυσμό, ευκαιρίες και νεότερες ηλικίες, ενώ η περιφέρεια χάνει σταθερά κατοίκους και γερνά. Η ανισορροπία αυτή δεν είναι μόνο κοινωνική, αλλά και αναπτυξιακή, καθώς επηρεάζει την παραγωγική βάση και τη συνοχή του κράτους.

Οι αιτίες είναι γνωστές: χαμηλά εισοδήματα, υψηλό κόστος στέγασης, επισφαλής εργασία, καθυστερημένη οικονομική ανεξαρτησία των νέων, ανεπαρκείς δομές στήριξης οικογένειας και η μαζική μετανάστευση νέων στο εξωτερικό την περίοδο της κρίσης. Όλα αυτά συνθέτουν ένα περιβάλλον που δεν ευνοεί τη δημιουργία οικογένειας.

Παρά τη βαρύτητα των δεδομένων, το δημογραφικό παραμένει σε μεγάλο βαθμό εκτός του κεντρικού πολιτικού διαλόγου. Η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως σε διαχρονικά άλυτα προβλήματα(υποκλοπές, κοινοτικές επιδοτήσεις, κράτος Δικαίου) και άμεσα οικονομικά ζητήματα, όπως η ακρίβεια και τα εισοδήματα, ενώ το δημογραφικό αφορά τον ορίζοντα των επόμενων δεκαετιών — εκεί όπου δεν συνηθίζει να κινείται η πολιτική αντιπαράθεση.

Κι όμως, το ερώτημα είναι θεμελιώδες: πώς θα είναι η Ελλάδα σε 20 ή 30 χρόνια, αν η σημερινή δημογραφική τάση παραμείνει αμετάβλητη;

Χωρίς συνεκτική στρατηγική για τη στήριξη της οικογένειας, τη στέγαση των νέων, την περιφερειακή ανάπτυξη και την επιστροφή όσων έφυγαν στο εξωτερικό, οι επιμέρους πολιτικές παρεμβάσεις (και είναι μέχρις ενός σημείου σημαντικές, αυτές που έχει λάβει η κυβέρνηση) δύσκολα μπορούν να αλλάξουν τη συνολική εικόνα.

Η δημογραφική κρίση δεν είναι ένα ακόμη πρόβλημα πολιτικής διαχείρισης. Είναι ο παράγοντας που θα καθορίσει αν η χώρα θα αναπτύσσεται ή θα συρρικνώνεται.

Και όσο η συζήτηση παραμένει περιφερειακή, τόσο το πρόβλημα θα οξύνεται.