
Σε περιόδους διεθνούς έντασης, ο παγκόσμιος χάρτης δεν αναδιαμορφώνεται μόνο στα πεδία των μαχών αλλά και στα «στενά» – κυριολεκτικά και μεταφορικά. Τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Σήμερα, εν μέσω της κλιμάκωσης γύρω από το Ιράν, η σημασία τους επανέρχεται στο επίκεντρο όχι απλώς ως ενεργειακό πέρασμα, αλλά ως εργαλείο γεωπολιτικής επιβολής.
Τα Στενά του Ορμούζ είναι ένα από τα ελάχιστα σημεία στον κόσμο όπου η γεωγραφία μετατρέπεται άμεσα σε ισχύ. Από τη μία πλευρά βρίσκεται το Ιράν, από την άλλη το Ομάν, και ανάμεσά τους διέρχεται ένα τεράστιο ποσοστό της παγκόσμιας ενεργειακής ροής. Αυτό δίνει στο Ιράν ένα μοναδικό πλεονέκτημα: ακόμη και χωρίς πλήρη ναυτικό έλεγχο, μπορεί να απειλήσει, να καθυστερήσει ή να καταστήσει ακριβή τη διέλευση, επηρεάζοντας άμεσα την παγκόσμια αγορά. Δεν πρόκειται απλώς για στρατιωτική ισχύ, αλλά για «ασύμμετρη ισχύ». Τη δυνατότητα δηλαδή ενός κράτους να προκαλεί δυσανάλογο οικονομικό κόστος στους αντιπάλους του. Υπήρχαν προειδοποιήσεις ότι το Ιράν θα μπορούσε, σε περίπτωση πολέμου, να μπλοκάρει αυτό το στενό θαλάσσιο πέρασμα, από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου. Παρά τις προειδοποιήσεις προς τον Ντόναλντ Τραμπ, πριν από την επίθεση των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν, ο ίδιος υποτίμησε τον κίνδυνο, εκτιμώντας ότι η Τεχεράνη θα υποχωρούσε γρήγορα. Ωστόσο, ένας πόλεμος που ξεκίνησε με στόχο την πτώση του καθεστώτος, φαίνεται πλέον να έχει έναν ξεκάθαρο σκοπό: την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Το κλείσιμο των Στενών δημιουργεί μια διπλή πρόκληση: άμεση και μακροπρόθεσμη. Βραχυπρόθεσμα, όσο διαρκεί η διακοπή της ναυσιπλοΐας, αυξάνεται ο κίνδυνος παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης, καθώς περιορίζεται η ροή ενέργειας. Μακροπρόθεσμα, το Ιράν έχει πλέον αποδείξει και εμπράκτως ότι μπορεί να ασκήσει τεράστια πίεση στην παγκόσμια οικονομία, ελέγχοντας αυτό το κρίσιμο πέρασμα. Η επαναλειτουργία των Στενών αποδεικνύεται εξαιρετικά δύσκολη. Το Ιράν δεν χρειάζεται να βυθίζει κάθε δεξαμενόπλοιο για να πετύχει τον στόχο του. Αρκούν λίγες επιθέσεις και η απειλή περαιτέρω δράσης για να αποθαρρύνουν πλοιοκτήτες, πληρώματα και ασφαλιστικές εταιρείες. Πράγμα που μέχρι τώρα σε ένα βαθμό το έχει πετύχει. Ετσι, η ναυσιπλοΐα περιορίζεται δραστικά χωρίς να απαιτείται πλήρης στρατιωτικός αποκλεισμός
Για τις Ηνωμένες Πολιτείες, η ελευθερία ναυσιπλοΐας στα Στενά αποτελεί στρατηγική κόκκινη γραμμή, όπως είπε και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Ωστόσο, η διατήρησή της δεν είναι χωρίς κόστος και η Ουάσιγκτον βρίσκεται μπροστά σε ένα κλασικό γεωπολιτικό δίλημμα: να διασφαλίσει την τάξη ή να αποφύγει την κλιμάκωση.
Η μεγαλύτερη ίσως αντίφαση της κρίσης είναι ότι οι χώρες που εξαρτώνται περισσότερο από τα Στενά δεν είναι αυτές που καθορίζουν τις εξελίξεις.
Η Κίνα, όπως και άλλες ασιατικές οικονομίες, εξαρτώνται σε τεράστιο βαθμό από το πετρέλαιο που διέρχεται από το Ορμούζ. Ωστόσο αποφεύγουν την άμεση εμπλοκή, στηρίζονται έμμεσα στη δυτική ναυτική παρουσία και επιδιώκουν σταθερότητα χωρίς πολιτικό κόστος. Αυτό δημιουργεί μια ιδιότυπη «γεωπολιτική εξάρτηση», όπου η ασφάλεια της ενεργειακής ροής εξαρτάται από δυνάμεις εκτός της περιοχής κατανάλωσης.
Παρά το γενικευμένο κόστος, υπάρχουν και κερδισμένοι. Η Ρωσία π.χ επωφελείται από την άνοδο των τιμών ενέργειας, ενισχύει τα δημοσιονομικά της έσοδα και αποκτά μεγαλύτερη γεωπολιτική επιρροή. Παράλληλα, χώρες με εναλλακτικές ενεργειακές διαδρομές ή παραγωγή εκτός Περσικού Κόλπου αποκτούν συγκριτικό πλεονέκτημα.
Η Ευρώπη βρίσκεται σε μια ενδιάμεση θέση. Δεν εξαρτάται πλήρως από το Ορμούζ, αλλά επηρεάζεται έντονα από τις τιμές. Για την Ελλάδα, οι επιπτώσεις είναι κυρίως έμμεσες αλλά ουσιαστικές: αύξηση ενεργειακού κόστους, πληθωριστικές πιέσεις, επιβάρυνση του ισοζυγίου πληρωμών. Ταυτόχρονα, η ελληνική ναυτιλία βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων, καθώς διαχειρίζεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου στόλου δεξαμενόπλοιων. Αυτό δημιουργεί ένα διπλό αποτέλεσμα: αυξημένα έσοδα αλλά και αυξημένο ρίσκο. Χαρακτηριστική η παρέμβαση του εφοπλιστή Βαγγέλη Μαρινάκη, ο οποίος με ανοιχτή του επιστολή ζητά από Ουάσιγκτον και Βρυξέλλες λήψη μέτρων για το «πρόβλημα Στενά του Ορμούζ». Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ επιβεβαιώνει πάντως μια βαθύτερη αλήθεια: η παγκοσμιοποίηση δεν έχει καταργήσει τη γεωπολιτική – την έχει απλώς μετασχηματίσει. Και τα Στενά του Ορμούζ δεν είναι απλώς ένα πέρασμα πετρελαίου. Είναι ένας γεωπολιτικός μοχλός που επιτρέπει σε περιφερειακές δυνάμεις να επηρεάζουν την παγκόσμια ισορροπία. Σε έναν κόσμο αυξανόμενων εντάσεων, η σημασία τους δεν μειώνεται, αντίθετα, ενισχύεται. Και μαζί της ενισχύεται και η αβεβαιότητα για το μέλλον της διεθνούς οικονομίας. Όσο η ενεργειακή εξάρτηση από την περιοχή παραμένει υψηλή, κάθε ένταση εκεί θα μεταφράζεται άμεσα σε οικονομική και πολιτική αστάθεια διεθνώς.












