Για πρώτη φορά στην ιστορία, η νεανική ανεργία στην Ελλάδα υποχώρησε κάτω από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, φτάνοντας το 13% τον Δεκέμβριο, σύμφωνα με στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ και Eurostat. Πρόκειται για μείωση 9,3 μονάδων σε σχέση με το τέλος του 2024, ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ διαμορφώθηκε στο 14,7%.
Η πτώση αυτή, αποτέλεσμα κυρίως της τελευταίας εξαετίας μετά τη λήξη της πανδημίας, αποτυπώνει την ισχυρή ανάκαμψη της ελληνικής αγοράς εργασίας και την αυξημένη απορρόφηση νέων εργαζομένων, παρά την ιστορική κρίση που είχε εκτοξεύσει την ανεργία έως και στο 62,5% το 2013.

Η δυναμική αυτή αποτυπώνεται και στα στοιχεία του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ: μεταξύ 2019 και 2025, οι νέοι έως 24 ετών στον ιδιωτικό τομέα αυξήθηκαν κατά 64.900, αποτελώντας το 11,5% των συνολικών 563.000 νέων θέσεων εργασίας που δημιουργήθηκαν.
Η μεγάλη βελτίωση ξεκίνησε από τα τέλη του 2019, όταν η νεανική ανεργία κυμαινόταν γύρω στο 37–38%. Η πανδημία είχε παγώσει προσωρινά την πρόοδο, αλλά από το τέλος του 2022 η τάση αποκλιμάκωσης επανήλθε, με το ποσοστό να πέφτει κάτω από 20% το 2024 και να φτάνει το ιστορικό 13% τον Δεκέμβριο του 2025.
Επενδύσεις και κυβερνητικά μέτρα έφεραν αποτέλεσμα
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν τόσο η οικονομική ανάπτυξη και οι επενδύσεις, όσο και πολιτικές όπως η μείωση ασφαλιστικών εισφορών κατά 5,4 μονάδες από το 2019 και η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, που έφερε διαφάνεια στις ώρες εργασίας των νέων. Επίσης, οι φοροελαφρύνσεις για εργαζόμενους έως 25 ετών με μηδενική φορολόγηση για εισοδήματα έως 20.000 ευρώ ενίσχυσαν περαιτέρω την απασχόληση.
Εντυπωσιακοί οι ρυθμοί μιας πολυαναμενόμενης …πτώσης
Η πρόοδος της Ελλάδας είναι εντυπωσιακή αν συγκριθεί με χώρες που είχαν παρόμοια προβλήματα, όπως η Ισπανία. Τον Δεκέμβριο του 2025, η νεανική ανεργία στην Ισπανία βρισκόταν στο 23,4%, δηλαδή πάνω από 10 μονάδες υψηλότερα από την Ελλάδα, αποδεικνύοντας τη σημαντική «επιστροφή» της χώρας μας στη νεανική απασχόληση. Αξίζει να υπερτονισθεί ότι μέσα σε ένα δωδεκάμηνο, από τον Δεκέμβριο του 2024 έως τον τελευταίο μήνα του 2025, η ανεργία στην Ελλάδα μειώθηκε κατά σχεδόν 10 ποσοστιαίες μονάδες.












