Παρακολουθούμε στενά τη διατλαντική σχέση καθώς περνά μια από τις πιο δύσκολες φάσεις των τελευταίων ετών, ενώ ο πόλεμος στο Ιράν και η συνεχιζόμενη σύγκρουση στην Ουκρανία δημιουργούν νέες εντάσεις ανάμεσα στην Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

  • της δρα Ζέφης Δημαδάμα – Λέκτορας, Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών

Σε αυτό το πλαίσιο, ένα βαθύτερο πρόβλημα εμπιστοσύνης αναδεικνύεται, το οποίο επιδεινώνεται την τελευταία περίοδο δημιουργώντας σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί ακόμη να στηρίζεται στην Ουάσιγκτον ως στρατηγικό εταίρο και κατά πόσο οι ΗΠΑ συνυπολογίζουν τους Ευρωπαίους συμμάχους τους και συναποφασίζουν για τα κρίσιμα ζητήματα.

Παρακολουθώντας τις κινήσεις των ΗΠΑ και τις πρωτοβουλίες των τελευταίων μηνών αποτυπώνεται μια ιδιαίτερα κρίσιμη κατάσταση. Για παράδειγμα, οι «Financial Times» έθεσαν και θέτουν ευθέως το ζήτημα αν Ευρώπη και Αμερική βαδίζουν προς ένα πολιτικό «διαζύγιο», με αφορμή τις εντάσεις που έχει προκαλέσει η στάση της κυβέρνησης Τραμπ απέναντι στους Ευρωπαίους συμμάχους μετά τον πόλεμο στο Ιράν, αλλά και την αυξανόμενη αμφισβήτηση Ευρωπαίων ηγετών προς τον Αμερικανό πρόεδρο.

Η συζήτηση αυτή δεν αφορά μόνο το ύφος και τις «επιθετικές» δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά και την ουσία της αμερικανικής πολιτικής και τις πιέσεις προς τους συμμάχους να συμμετέχουν σε έναν πόλεμο για τον οποίο δεν ρωτήθηκαν, αλλά επιβαρύνονται οι ίδιοι με τεράστιο κόστος (Στενά Ορμούζ και ενεργειακή εξάρτηση της ΕΕ).

Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη παρέμβαση του Γερμανού καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος αμφισβήτησε ανοιχτά και έντονα τη στρατηγική των ΗΠΑ στον πόλεμο με το Ιράν. Η κριτική του έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, γιατί το Βερολίνο αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της διατλαντικής συμμαχίας, εκφράζοντας τη δυσφορία ενός συμμάχου που δεν επιδιώκει ρήξη με την Ουάσιγκτον, αλλά ζητά επίμονα μεγαλύτερο συντονισμό με την κυβέρνηση των ΗΠΑ.

Την ίδια στιγμή, η Ισπανία συστηματικά υιοθετεί μια ιδιαίτερα επικριτική γραμμή απέναντι στον Τραμπ. Ο Πέδρο Σάντσεθ χαρακτήρισε τον πόλεμο ΗΠΑ – Ισραήλ κατά του Ιράν «καταστροφή» και παραβίαση του διεθνούς δικαίου, ενώ η άρνηση της Μαδρίτης να επιτρέψει τη χρήση ισπανικών βάσεων προκάλεσε την έντονη αντίδραση των ΗΠΑ.

Χαρακτηριστική ωστόσο είναι η στάση της Ιταλίας. Η Τζόρτζια Μελόνι δεν ανήκει στο στρατόπεδο των παραδοσιακά επικριτικών προς την Ουάσιγκτον Ευρωπαίων ηγετών. Αντιθέτως, είχε καλλιεργήσει στενή σχέση με τον Τραμπ και διατηρεί σταθερά φιλοατλαντικό προσανατολισμό, ιδίως στο ζήτημα της Ουκρανίας. Ωστόσο, ο πόλεμος στο Ιράν έχει φέρει σοβαρές ρωγμές ακόμη και σε αυτή τη σχέση. Η Ρώμη έχει καταστήσει σαφές ότι δεν επιθυμεί άμεση εμπλοκή στην ιρανική σύγκρουση, ενώ η Μελόνι έχει εκφράσει ανοιχτά την αντίθεση στην αμερικανική επίθεση κατά του Ιράν.

Τα παραπάνω καταδεικνύουν ότι η Ευρώπη αντιλαμβάνεται -έστω και χωρίς ενιαία φωνή- ότι ο πόλεμος στο Ιράν συνδέεται άμεσα με την Ουκρανία και υπογραμμίζουν δραματικά τα όρια της εξάρτησής της από τις ΗΠΑ σε τομείς όπως η ενέργεια, η ναυτιλία και η άμυνα.

Οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι καλούνται να στηρίξουν το Κίεβο, αλλά ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουν την ενεργειακή ανασφάλεια και να επωμιστούν το οικονομικό κόστος κρίσεων στις οποίες δεν είχαν ουσιαστικό λόγο και συμμετοχή.

Αδιαμφισβήτητα, η σχέση Ευρώπης – ΗΠΑ παραμένει αναγκαία, ιδίως απέναντι στη Ρωσία και στην αστάθεια στη Μέση Ανατολή. Δεν είναι όμως πλέον ούτε αυτονόητη ούτε ανέφελη. Το ζητούμενο, επομένως, είναι αν η διατλαντική συμμαχία θα μπορέσει να ισορροπήσει σεβόμενη όλες τις πλευρές ή αν θα συνεχίσει να δοκιμάζεται από αποφάσεις που λαμβάνονται μόνο στην Ουάσιγκτον και παράγουν κόστος, ανισότητες και δυσεπίλυτα προβλήματα και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.