Για σχεδόν τρεις δεκαετίες, η Δέσποινα Κακαλή υπήρξε μία από τις πιο γνώριμες και αξιόπιστες παρουσίες των δελτίων ειδήσεων της ΕΡΤ.
Δημοσιογράφος με βαθιά γνώση του αντικειμένου, πανεπιστημιακές σπουδές, ισχυρή και καθαρή φωνή, επαγγελματισμό, συνέπεια και ουσιαστικά παρούσα στις εξελίξεις, κατάφερε να κερδίσει την εκτίμηση τόσο των συναδέλφων της όσο και των τηλεθεατών.
Ωστόσο, η ανάγκη για επαναπροσδιορισμό, ενεργή δημιουργία και διαρκή πνευματική εγρήγορση την οδήγησε σε μια συνειδητή αλλαγή σελίδας.
Η μετάβασή της στο ΕΚΚΟΜΕΔ, τον νέο ενιαίο φορέα του Υπουργείου Πολιτισμού για τον οπτικοακουστικό τομέα, σηματοδοτεί μια νέα πρόκληση: τη συμμετοχή της στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου θεσμού με όραμα, στρατηγική και πραγματικές προοπτικές εξέλιξης.

Τι σας έκανε να κλείσετε έναν τόσο μεγάλο κύκλο;
Έρχεται κάποια στιγμή στη ζωή που συνειδητοποιείς ότι ένας κύκλος έχει κλείσει οριστικά και αμετάκλητα. Αυτό ακριβώς ένιωσα και για την ΕΡΤ.
Έναν χώρο μεγάλο, ιστορικό, με σημαντική διαδρομή, μέσα στον οποίο όμως δεν έβλεπα πια πραγματικά περιθώρια εξέλιξης. Και για μένα το να “περιμένω απλώς τη σύνταξη” δεν είναι ούτε στάση ζωής ούτε επαγγελματική επιλογή.
Τι ήταν αυτό που σας οδήγησε στην ανάγκη για επαναπροσδιορισμό και μια νέα μετάβαση στον ΕΚΚΟΜΕΔ;
Χρειαζόμουν έναν επαναπροσδιορισμό, μια αλλαγή πλεύσης που να με κρατά ενεργή, δημιουργική και σε διαρκή εγρήγορση.
Να νιώθω ότι εξελίσσομαι και ότι μπορώ να προσφέρω ουσιαστικά. Σε αυτό το σταυροδρόμι βρέθηκε το ΕΚΚΟΜΕΔ.
Ένας νεοσύστατος, ενιαίος φορέας του Υπουργείου Πολιτισμού, που κουβαλά ένα ευρύτερο όραμα για τον οπτικοακουστικό τομέα στη χώρα.
Για μένα, αυτή η μετάβαση δεν ήταν απλώς μια αλλαγή επαγγελματικής στέγης, αλλά μια νέα πρόκληση: η δυνατότητα να συμβάλω σε κάτι που χτίζεται τώρα, με στρατηγική, προοπτική και πραγματικό πεδίο εξέλιξης.

Ήταν δύσκολο να αποχωριστείτε μια ταυτότητα που σας όριζε για δεκαετίες;
Δύσκολο ναι, αλλά όχι ακατόρθωτο. Βέβαια, αποχωρίζεσαι όχι απλώς μια δουλειά, αλλά έναν τρόπο ζωής. Η τηλεοπτική δημοσιογραφία δεν είναι επάγγελμα ωραρίου· είναι ρυθμός, ένταση, διαρκής ετοιμότητα, μια ταυτότητα που σε συνοδεύει παντού.
Για πολλά χρόνια ήμουν «η δημοσιογράφος της ΕΡΤ».
Αλλά κάποια στιγμή καταλαβαίνεις ότι οι ταυτότητες δεν πρέπει να σε φυλακίζουν, πρέπει να σε εξελίσσουν. Το δύσκολο δεν είναι να φύγεις, είναι να αποδεχτείς ότι μπορείς να υπάρξεις δημιουργικά και πέρα από τον ρόλο που σε καθόρισε. Κι αυτό είναι ταυτόχρονα βαθιά απελευθερωτικό.
Άλλωστε, η αλλαγή δεν είναι απλά απαραίτητη στη ζωή, είναι η ζωή, όπως έγραψε ο Αμερικανός συγγραφέας Αλβιν Τόφλερ.

Αν επιχειρούσατε σήμερα έναν σύντομο προσωπικό απολογισμό, ποια θεωρείτε τη σημαντικότερη αλλαγή στην ελληνική τηλεοπτική δημοσιογραφία;
Άρχισα να δουλεύω ως τηλεοπτική δημοσιογράφος στα τέλη της δεκαετίας του ΄90. Εκείνα τα χρόνια η τηλεόραση ζούσε την κορύφωση της.
Η ιδιωτική τηλεόραση μετρούσε λίγα χρόνια που είχε εισβάλλει στις ζωές όλων μας και οι τηλεθεατές την αντιμετώπιζαν με δέος και μεγάλη αποδοχή. Στις μέρες μας η τηλεόραση έχει αρχίσει να απαξιώνεται.
Η εισβολή των social media είναι σαρωτική. Οι νέοι άνθρωποι δεν παρακολουθούν τηλεόραση. Ενημερώνονται κυρίως από τα social media και δευτερευόντως από το διαδίκτυο. Και με την Τεχνητή Νοημοσύνη προβλέπω ότι έρχεται ένας νέος κόσμος που θα τα ανατρέψει όλα.
Τι δεν φαντάζεται ο κόσμος για το backstage του δελτίου;
Δεν φαντάζεται ότι πίσω από τις κάμερες υπάρχουν δεκάδες άνθρωποι που δουλεύουν πολύ σκληρά για να βγει στον αέρα το αποτέλεσμα που βλέπει στις οθόνες του, σκηνοθέτες, εικονολήπτες, ηχολήπτες, φωτιστές, κομμώτριες, μακιγιέζ, αρχισυντάκτες, παραγωγοί, μοντέρ, floor manager και πολλοί άλλοι που βιώνουν το ίδιο άγχος για ένα άρτιο αποτέλεσμα.
Η μεγαλύτερη πρόκληση της ζωντανής παρουσίασης;
Το έκτακτο γεγονός. Έχει τύχει πολλές φορές κατά τη διάρκεια του δελτίου να υπάρξει είδηση που δεν ήταν προγραμματισμένη και να συμβαίνει εκείνη τη στιγμή, με αποτέλεσμα να πρέπει οργανωθεί πολύ γρήγορα η τηλεοπτική κάλυψη της.
Έχω στο ενεργητικό μου ατελείωτα ξενύχτια.
Θυμάμαι για παράδειγμα την πτώση του αεροσκάφους Γιάκοβλεφ στα Πιέρια Όρη το 1997 που κοιμήθηκα τρία βράδια στο αεροδρόμιο Μακεδονία, μέχρι να μάθουμε που κατέπεσε το αεροπλάνο.

Ένα γεγονός που θυμάστε ως ιδιαίτερα φορτισμένο;
Δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ την εισβολή διαδηλωτών του Κινήματος «Save America» στις 5 Ιανουαρίου του 2021 στο Καπιτώλιο των Η.ΠΑ.
Παρουσίαζα το βραδινό δελτίο ειδήσεων και λίγο μετά την ολοκλήρωσή του μαθαίνουμε ότι περίπου 800 με 1.000 διαδηλωτές εισέβαλαν στο Καπιτώλιο.
Όπως καταλαβαίνετε μείναμε όλο το βράδυ στην ΕΡΤ βγάζοντας έκτακτα δελτία ειδήσεων μέχρι τα ξημερώματα με κομμένη την ανάσα…
Υπήρξαν στιγμές που νιώσατε βάρος ή μοναξιά λόγω της δημόσιας έκθεσης;
Αναπόφευκτα ναι. Η δημόσια έκθεση έχει ένα παράδοξο: σε κάνει αναγνωρίσιμη, αλλά πολλές φορές σε αφήνει μόνη με τον εαυτό σου.
Υπάρχουν στιγμές που κουβαλάς βάρος, όχι τόσο από αυτά που λες, όσο από αυτά που δεν μπορείς ή δεν επιτρέπεται να πεις.
Η τηλεόραση δημιουργεί μια εικόνα οικειότητας, όμως πίσω από αυτήν υπάρχει συχνά σιωπή και αυτοέλεγχος. Είναι μια άσκηση αντοχής και ωριμότητας, που σε δυναμώνει, αλλά δεν παύει να έχει και το τίμημά της.
Ποια πλευρά του εαυτού σας δεν γνωρίζει το ευρύ κοινό;
Το ευρύ κοινό δεν γνωρίζει την καλλιτεχνική πλευρά μου και συγκεκριμένα ότι μου αρέσει πολύ η ζωγραφική. Ζωγραφίζω αρκετά καλά και σε κάποια άλλη ζωή, θα ήμουν ζωγράφος και όχι δημοσιογράφος.
Έδωσα εξετάσεις στη Σχολή Καλών Τεχνών Θεσσαλονίκης αλλά δεν κατάφερα να μπω για μια μονάδα.











