Δέκα χρόνια μετά το δραματικό 2015, η συζήτηση για την ελληνική κρίση κινδυνεύει να παγιδευτεί ξανά σε δύο εύκολες μυθολογίες. Η μία λέει ότι για όλα έφταιγαν αποκλειστικά οι «ξένοι» και οι τεχνοκράτες. Η άλλη, εξίσου βολική, λέει ότι η τρόικα απλώς έφερε στην Ελλάδα την πικρή αλλά αναγκαία αλήθεια, την οποία μια ανώριμη κοινωνία αρνούνταν να αποδεχθεί. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η Ελλάδα μπήκε στην κρίση με βαθιές δημοσιονομικές, παραγωγικές και θεσμικές παθογένειες. Όμως η συνταγή που εφαρμόστηκε, ιδίως η εμμονή στην εσωτερική υποτίμηση, δηλαδή στη συμπίεση μισθών, συντάξεων, εργασιακού κόστους και ζήτησης, παρουσιάστηκε τότε ως σχεδόν τεχνικά αυτονόητη. Σαν μια επιστήμη χωρίς ιδεολογία. Σαν λογιστικό μοντέλο χωρίς κοινωνία.
Ο Πόουλ Τόμσεν, ο άνθρωπος που ταυτίστηκε όσο λίγοι με τη γραμμή του ΔΝΤ στην Ελλάδα, είχε δώσει από νωρίς το στίγμα. Σε συνέντευξή του στο Βήμα, υποστήριζε ότι, με αποτελεσματική εφαρμογή του προγράμματος, η Ελλάδα θα ήταν «καλύτερα» μέσα σε τρία χρόνια, ότι το επενδυτικό κλίμα θα είχε βελτιωθεί, η οικονομία θα αναπτυσσόταν ξανά, η απασχόληση θα αυξανόταν και τα εισοδήματα θα ανέβαιναν. Στην ίδια συνέντευξη έλεγε ότι η ελληνική οικονομία θα άρχιζε να αναπτύσσεται ξανά το 2012. Παράλληλα, απαντώντας στην κριτική ότι το πρόγραμμα βύθιζε τη μεσαία τάξη, επέμενε ότι είχε σχεδιαστεί «με γνώμονα τη δικαιοσύνη» και ότι όλοι θα μοιράζονταν το βάρος για να μοιραστούν αργότερα τα οφέλη.
Η μεγάλη υπόσχεση και η πρώτη διάψευση
Εκεί ακριβώς αρχίζει η αποδόμηση του αφηγήματος. Διότι το 2010 η επίσημη λογική του προγράμματος ήταν σαφής: επειδή η Ελλάδα δεν μπορούσε να υποτιμήσει το νόμισμά της, έπρεπε να υποτιμήσει εσωτερικά την οικονομία της. Το αρχικό κείμενο του ΔΝΤ για το πρόγραμμα προέβλεπε ονομαστικές μειώσεις μισθών και επιδομάτων, δομικές μεταρρυθμίσεις για μείωση του κόστους και βελτίωση της ανταγωνιστικότητας, ώστε η Ελλάδα να περάσει σε ένα μοντέλο ανάπτυξης περισσότερο βασισμένο στις επενδύσεις και στις εξαγωγές.
Το παράδοξο είναι ότι το ίδιο κείμενο αναγνώριζε ήδη τον κίνδυνο: η εσωτερική υποτίμηση είναι «μακρά και επώδυνη διαδικασία», η ελληνική οικονομία είναι σχετικά κλειστή, οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές θα ήταν μεγάλοι και ο εξωτερικός τομέας πολύ μικρός για να φέρει γρήγορη εξαγωγική ανάκαμψη.
Με άλλα λόγια, η ίδια η διάγνωση περιείχε την αμφιβολία για τη θεραπεία. Παρ’ όλα αυτά, η θεραπεία εφαρμόστηκε με βεβαιότητα χειρουργού που δεν αμφιβάλλει ποτέ για το νυστέρι του.
Η πρώτη μεγάλη διάψευση αφορούσε την ανάπτυξη και την ανεργία. Το ΔΝΤ προέβλεπε τότε ότι η ύφεση θα ήταν έντονη το 2010-2011, αλλά από το 2012 και μετά η οικονομία θα ανέκαμπτε χάρη στην εμπιστοσύνη, την επιστροφή στις αγορές και τις μεταρρυθμίσεις. Η ανεργία προβλεπόταν να κορυφωθεί κοντά στο 15% το 2012. Τίποτα από αυτά δεν συνέβη. Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο κατέγραψε αργότερα ότι μεταξύ 2009 και 2016 η ελληνική οικονομία συρρικνώθηκε πάνω από το ένα τέταρτο, ενώ η ανεργία έφτασε το 27,5% το 2013 και η ανεργία των νέων σχεδόν το 60%.
Οι αριθμοί που δεν έβγαιναν
Το δεύτερο, και ίσως πιο αποκαλυπτικό, στοιχείο είναι η παραδοχή του ίδιου του ΔΝΤ για τους δημοσιονομικούς πολλαπλασιαστές. Στην εκ των υστέρων αξιολόγηση του 2013, το Ταμείο αναγνώρισε ότι οι πολλαπλασιαστές που χρησιμοποιήθηκαν ήταν πολύ χαμηλοί. Σε απλά ελληνικά: υποτίμησαν πόση ύφεση θα προκαλούσαν οι περικοπές που οι ίδιοι εισηγούνταν.
Και όταν υποτιμάς την ύφεση, υποτιμάς τα πάντα: την ανεργία, τα λουκέτα, την πτώση εσόδων, τη διάλυση της κατανάλωσης, την εκτίναξη των κόκκινων δανείων και την πολιτική απονομιμοποίηση.
Το ίδιο μοτίβο εμφανίστηκε και στις εξαγωγές. Η εσωτερική υποτίμηση υποτίθεται ότι θα έκανε την Ελλάδα πιο ανταγωνιστική. Όμως οι εξαγωγές υποαπέδωσαν σε σχέση με τις προβλέψεις και η εξωτερική εξισορρόπηση ήρθε κυρίως επειδή κατέρρευσε η εσωτερική ζήτηση και μαζί της οι εισαγωγές. Ακόμη και το ίδιο το ΔΝΤ παραδέχθηκε αργότερα ότι οι εξαγωγές δεν απογειώθηκαν παρά τη σημαντική μείωση του εργασιακού κόστους.
Αν μειώνεις τόσο πολύ το κόστος εργασίας και δεν βλέπεις αντίστοιχη εξαγωγική έκρηξη, τότε το πρόβλημα δεν ήταν μόνο οι μισθοί. Ήταν η παραγωγική δομή, η χρηματοδότηση, η γραφειοκρατία, η φορολογική αστάθεια και η έλλειψη επενδύσεων.
Η αδικία που παραδέχθηκαν οι ίδιοι
Το τέταρτο στοιχείο αφορά τη «δίκαιη κατανομή των βαρών». Το 2010 ο Τόμσεν επέμενε ότι το πρόγραμμα είχε σχεδιαστεί με όρους δικαιοσύνης. Τρία χρόνια αργότερα, όμως, παραδεχόταν δημόσια ότι η προσαρμογή στηρίχθηκε υπερβολικά σε φόρους σε μισθωτούς και συνταξιούχους και σε οριζόντιες περικοπές εισοδημάτων.
Η ίδια αντίφαση εμφανίστηκε και στο μέτωπο της φορολογίας. Η τρόικα υποσχόταν ότι θα χτυπούσε τη φοροδιαφυγή και τις βαθιές παθογένειες του κράτους. Στην πράξη, όμως, ο εύκολος δρόμος ήταν η αύξηση φόρων και οι περικοπές σε όσους μπορούσαν να εντοπιστούν άμεσα. Το κράτος δεν μεταρρυθμίστηκε τόσο γρήγορα όσο φορολόγησε.
Αντίστοιχα, στο ζήτημα του χρέους, το ΔΝΤ αρχικά απέρριπτε την ιδέα αναδιάρθρωσης. Αργότερα αναγνώρισε ότι η καθυστέρηση πιθανότατα επιδείνωσε τη συρρίκνωση της οικονομίας και επέτρεψε σε πολλούς ιδιώτες πιστωτές να περιορίσουν την έκθεσή τους πριν έρθει η αναδιάρθρωση.
Το πρόγραμμα λειτούργησε ως χρόνος προσαρμογής όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για την ίδια την Ευρωζώνη.
Το πραγματικό κόστος της εσωτερικής υποτίμησης
Το έβδομο στοιχείο αφορά τις ίδιες τις προβλέψεις. Το ΔΝΤ παραδέχθηκε ότι τα αποτελέσματα ήταν πολύ χειρότερα από όσα προέβλεπαν τα μοντέλα του. Η ανάπτυξη υποαπέδωσε, η ανεργία εκτινάχθηκε και το ΑΕΠ βρέθηκε πολύ χαμηλότερα από τις αρχικές προβλέψεις.
Αν το πούμε λιγότερο τεχνικά, απέτυχαν όχι μόνο οι πολιτικές επιλογές αλλά και οι βασικές υποθέσεις που τις νομιμοποίησαν. Απέτυχε η ιδέα ότι η συμπίεση μισθών θα έφερνε γρήγορα ανάπτυξη. Απέτυχε η πρόβλεψη για ανάκαμψη από το 2012. Απέτυχε η υπόσχεση ότι τα βάρη θα μοιράζονταν δίκαια.
Το συμπέρασμα, δέκα χρόνια μετά, δεν είναι ότι η Ελλάδα δεν χρειαζόταν μεταρρυθμίσεις. Τις χρειαζόταν και τις χρειάζεται. Το συμπέρασμα είναι ότι η συνταγή της εσωτερικής υποτίμησης υπερέβαλε στον ρόλο των μισθών, υποτίμησε την ύφεση, άργησε να αντιμετωπίσει το χρέος και φόρτωσε δυσανάλογο βάρος σε όσους δεν μπορούσαν να το αποφύγουν.
Η Ελλάδα πλήρωσε και τα δικά της λάθη και τα λάθη των άλλων. Και ίσως αυτή να είναι η πιο χρήσιμη αποδόμηση της ρητορικής Τόμσεν: δεν ήταν όλα όσα είπε ψέματα. Ήταν μισές αλήθειες ειπωμένες με τη βεβαιότητα ολόκληρης επιστήμης. Η εσωτερική υποτίμηση δεν έκανε αυτομάτως την Ελλάδα πιο παραγωγική. Έκανε πρώτα τους Έλληνες φτωχότερους, την οικονομία μικρότερη και την κοινωνία πιο εύθραυστη.
















