Το νέο πλαίσιο για το ιδιωτικό χρέος εισάγει σημαντικές αλλαγές στη διαχείριση των οφειλών, θέτοντας νέους όρους στις συναλλαγές των δανειοληπτών με τις τράπεζες και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers), με στόχο να διευκολυνθούν οι διαδικασίες ρύθμισης και να περιοριστούν τα εμπόδια που αντιμετώπιζαν μέχρι σήμερα οι οφειλέτες.

Όπως επισημαίνει ο Κώστας Παπαγρηγόρης σε ρεπορτάζ του για την εφημερίδα Political, για τον οφειλέτη, οι σημαντικότερες αλλαγές είναι έξι: μπαίνει πλαφόν 15% στην προκαταβολή, θεσπίζονται συγκεκριμένες προθεσμίες για τις διμερείς διαπραγματεύσεις, προβλέπεται δωρεάν αναλυτική ενημέρωση για το πώς έχει διαμορφωθεί το χρέος, περιορίζεται η διόγκωση των παλαιών οφειλών από τόκους και επιβαρύνσεις, ενισχύεται η προστασία όσων τηρούν τη ρύθμισή τους και διευρύνονται οι δυνατότητες προστασίας της κύριας κατοικίας.

Οι αλλαγές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία εάν ληφθεί υπόψη το μέγεθος του προβλήματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συνοδεύουν τις παρεμβάσεις, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στην οικονομία ανέρχονται σε 72,4 δισ. ευρώ, από τα οποία 66,4 δισ. ευρώ, δηλαδή το 91,7%, βρίσκονται υπό τη διαχείριση servicers και περίπου 6 δισ. ευρώ στις τράπεζες.

  1. Προκαταβολή έως 15% για τη ρύθμιση

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά το ποσό που μπορεί να ζητήσει ο πιστωτής ως προκαταβολή προκειμένου να προχωρήσει σε ρύθμιση. Μέχρι σήμερα σε αρκετές περιπτώσεις ζητούνταν προκαταβολές 30%, 40% ή ακόμη και 50% της οφειλής. Αυτό πρακτικά μπορούσε να καταστήσει αδύνατη τη συμφωνία για έναν οφειλέτη που διέθετε κάποιο κεφάλαιο, αλλά όχι τις δεκάδες χιλιάδες ευρώ που απαιτούνταν για να ανοίξει η πόρτα της ρύθμισης.

Με το νέο πλαίσιο τίθεται ανώτατο όριο 15%. Μάλιστα, η προκαταβολή μπορεί να είναι χαμηλότερη εφόσον τεκμηριώνεται ιδιαίτερη οικονομική δυσχέρεια, συντρέχουν κοινωνικά κριτήρια ή ειδικά προβλήματα υγείας.

Παράδειγμα 1: Δανειολήπτης χρωστά 100.000 ευρώ. Εάν μέχρι σήμερα του ζητούνταν προκαταβολή 40%, έπρεπε να βρει 40.000 ευρώ και στη συνέχεια να ρυθμίσει τα υπόλοιπα 60.000 ευρώ.

Με το νέο πλαφόν του 15%, η μέγιστη προκαταβολή περιορίζεται στις 15.000 ευρώ και το υπόλοιπο των 85.000 ευρώ περνά στη ρύθμιση. Η διαφορά σε άμεσες ανάγκες ρευστότητας φτάνει τις 25.000 ευρώ.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά στα υψηλότερα χρέη. Για οφειλή 200.000 ευρώ, προκαταβολή 50% σήμαινε 100.000 ευρώ. Με το νέο ανώτατο όριο, περιορίζεται στις 30.000 ευρώ. Η διαφορά φτάνει συνεπώς τις 70.000 ευρώ.

Προσοχή, όμως: Το 15% είναι ανώτατο όριο προκαταβολής και όχι κούρεμα του χρέους. Το ποσό που δεν καταβάλλεται μπροστά εξακολουθεί να αποτελεί μέρος της οφειλής που πρέπει να ρυθμιστεί.

  1. Τέλος στις διαπραγματεύσεις χωρίς ημερομηνία λήξης

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή είναι ότι ο δανειολήπτης αποκτά συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Θεσπίζεται νέα αυτοτελής διαδικασία διμερούς ρύθμισης, ανεξάρτητη από το εάν ο οφειλέτης θα προσφύγει στον Εξωδικαστικό Μηχανισμό. Ο οφειλέτης υποβάλλει αίτηση και πλήρη φάκελο και ο πιστωτής θα πρέπει εντός τριών μηνών είτε να υποβάλει πρόταση βιώσιμης ρύθμισης είτε να απορρίψει αιτιολογημένα το αίτημα. Στη συνέχεια, ο δανειολήπτης έχει έναν μήνα για να ανταποκριθεί, ενώ ολόκληρη η διαδικασία θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο σε έξι μήνες.

Παράδειγμα 2: Οφειλέτης χρωστά 150.000 ευρώ και διαθέτει 20.000 ευρώ. Μέχρι σήμερα ο servicer ζητούσε προκαταβολή 40%, δηλαδή 60.000 ευρώ. Εφόσον ο δανειολήπτης δεν μπορούσε να συγκεντρώσει το ποσό, η συζήτηση μπορούσε ουσιαστικά να «παγώσει».

Με το νέο πλαίσιο, το 15% αντιστοιχεί σε έως 22.500 ευρώ. Τα 20.000 ευρώ που διαθέτει ο δανειολήπτης βρίσκονται πολύ κοντά στο νέο ανώτατο όριο και, εφόσον δικαιολογείται χαμηλότερη προκαταβολή, μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για συμφωνία.

Ταυτόχρονα, γνωρίζει πλέον ότι δεν μπορεί να περιμένει επ’ αόριστον: ο πιστωτής έχει τρεις μήνες για να απαντήσει και η διαδικασία έχει ανώτατη συνολική διάρκεια έξι μηνών.

  1. Ο οφειλέτης θα μπορεί να ζητήσει ολόκληρο τον «λογαριασμό»

Ιδιαίτερα σημαντική για παλαιά δάνεια είναι η δυνατότητα του οφειλέτη να γνωρίζει ακριβώς πώς προέκυψε το ποσό που του ζητείται. Ο δανειολήπτης αποκτά δικαίωμα να ζητήσει, χωρίς χρέωση, αναλυτική εικόνα της οφειλής του: αρχική σύμβαση και τροποποιήσεις, ιστορικό πληρωμών, τρόπο υπολογισμού επιτοκίου, κεφαλαίου και τόκων, προμήθειες και κάθε άλλη επιβάρυνση. Ο servicer θα πρέπει να παραδώσει τα στοιχεία εντός 45 ημερών. Εάν δεν το κάνει, προβλέπεται αναστολή της τοκοφορίας μέχρι να χορηγηθούν πλήρως τα στοιχεία.

Η διάταξη αποκτά ιδιαίτερη πρακτική αξία για δάνεια που έχουν περάσει από διαδοχικές μεταβιβάσεις και για οφειλέτες που αμφισβητούν το ύψος του υπολοίπου τους.

  1. Τι αλλάζει στα «πανωτόκια»

Νέα δικλίδα μπαίνει και στη διόγκωση των παλαιών ληξιπρόθεσμων χρεών. Για δάνεια και πιστώσεις που βρίσκονται σε καθυστέρηση τουλάχιστον 90 ημερών προβλέπεται επέκταση της προστασίας των νόμων 2789/2000 και 3259/2004, χωρίς περιορισμό ως προς το ύψος ή τη φύση του δανείου και χωρίς προθεσμία υποβολής αίτησης.

Το βασικό όριο είναι ότι η απαίτηση δεν μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του κεφαλαίου που δανείστηκε αρχικά ο οφειλέτης. Παράλληλα, τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης θα υποχρεούνται να προσαρμόζουν ανάλογα τις απαιτήσεις χωρίς να απαιτείται προηγουμένως δικαστική προσφυγή του πολίτη.

Παράδειγμα 3: Εάν το αρχικό κεφάλαιο ενός δανείου ήταν 50.000 ευρώ, το ανώτατο ποσό της απαίτησης, σύμφωνα με τον νέο κανόνα, δεν μπορεί να ξεπερνά τις 150.000 ευρώ. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε οφειλή θα τριπλασιάζεται ούτε ότι ο οφειλέτης θα χρωστά αυτομάτως 150.000 ευρώ. Το τριπλάσιο αποτελεί το ανώτατο όριο της διόγκωσης της απαίτησης.

  1. Τι γίνεται εάν ο servicer κινηθεί κατά συνεπούς οφειλέτη

Ισχυρότερη προστασία προβλέπεται για τον δανειολήπτη που έχει ενεργή ρύθμιση και την τηρεί.

Εάν ένας servicer προχωρήσει σε καταγγελία της ρύθμισης, διαταγή πληρωμής, κατάσχεση ή συνέχιση πλειστηριασμού ενώ ο οφειλέτης είναι συνεπής, οι πράξεις αυτές προβλέπεται ότι θα είναι αυτοδικαίως άκυρες. Το ίδιο ισχύει όταν η αδυναμία πληρωμής μιας δόσης οφείλεται στο γεγονός ότι ο servicer δεν έχει χορηγήσει τα απαραίτητα στοιχεία για την εξυπηρέτηση της ρύθμισης.

Στην περίπτωση παράβασης, υπέρ του οφειλέτη πιστώνεται ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις, η ρύθμιση παρατείνεται κατά πέντε μήνες χωρίς επιβαρύνσεις, ενώ στον servicer προβλέπεται διοικητικό πρόστιμο από 50.000 έως 500.000 ευρώ.

Παράδειγμα 4: Δανειολήπτης έχει ρυθμίσει οφειλή 60.000 ευρώ και καταβάλλει 600 ευρώ τον μήνα. Παρά το γεγονός ότι τηρεί τη συμφωνία, ο servicer κινεί διαδικασία κατάσχεσης. Εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νέας διάταξης, η ενέργεια ακυρώνεται και στον δανειολήπτη πιστώνονται πέντε δόσεις, δηλαδή 3.000 ευρώ. Παράλληλα, η διάρκεια της ρύθμισης παρατείνεται κατά πέντε μήνες χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση.

  1. Πώς μπορεί να σωθεί μόνο η κύρια κατοικία

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έχει η δυνατότητα που παρέχεται μέσω του Εξωδικαστικού Μηχανισμού για διαχωρισμό της κύριας κατοικίας από την υπόλοιπη ακίνητη περιουσία.

Η δυνατότητα είναι διαθέσιμη από τις 21 Σεπτεμβρίου 2026 και επιτρέπει στον οφειλέτη να δηλώσει ότι επιθυμεί να προστατεύσει την κύρια κατοικία του, αποδεχόμενος παράλληλα τη ρευστοποίηση άλλων περιουσιακών στοιχείων.

Παράδειγμα 5: Οφειλέτης έχει συνολικά χρέη 300.000 ευρώ, κύρια κατοικία αξίας 150.000 ευρώ και άλλα ακίνητα συνολικής αξίας 50.000 ευρώ. Μέσω της πλατφόρμας δηλώνει ότι θέλει να προστατεύσει αποκλειστικά την κύρια κατοικία και συναινεί στη ρευστοποίηση των υπόλοιπων ακινήτων. Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, η νέα βάση υπολογισμού της ρύθμισης διαμορφώνεται στις 150.000 ευρώ, ενώ από τον αλγόριθμο προκύπτει διαγραφή 150.000 ευρώ και οι πιστωτές ικανοποιούνται επιπλέον από τη ρευστοποίηση των άλλων ακινήτων, αξίας 50.000 ευρώ. Η οφειλή που μένει προς ρύθμιση ανέρχεται σε 150.000 ευρώ και μπορεί να ρυθμιστεί έως και σε 35 χρόνια, ανάλογα με την οικονομική κατάσταση του οφειλέτη.

Με την υπογραφή της σύμβασης δεν μπορεί να προχωρήσει πλειστηριασμός της κύριας κατοικίας από τους πιστωτές που συμμετέχουν στη ρύθμιση, όσο ο δανειολήπτης τηρεί τους όρους της.

Υπάρχει όμως μία κρίσιμη λεπτομέρεια: η προστασία του σπιτιού δεν σημαίνει αυτόματο κούρεμα του υπόλοιπου χρέους. Εάν, για παράδειγμα, ο ίδιος οφειλέτης των 300.000 ευρώ έχει κύρια κατοικία 150.000 ευρώ αλλά πρόσθετη περιουσία αξίας 160.000 ευρώ, η δόση μπορεί να υπολογιστεί με βάση την αξία της κύριας κατοικίας, όμως οι υπόλοιπες απαιτήσεις των πιστωτών μπορούν να ικανοποιηθούν από τη ρευστοποίηση της άλλης περιουσίας. Στην περίπτωση αυτή δεν προκύπτει κούρεμα, επειδή η συνολική περιουσία επαρκεί για την κάλυψη της συνολικής οφειλής.

Τι πρέπει να προσέξουν οι δανειολήπτες

Το νέο πλαίσιο δεν σημαίνει ότι όλες οι οφειλές θα κουρεύονται ή ότι κάθε αίτηση θα οδηγεί αυτομάτως σε ευνοϊκή ρύθμιση. Η οικονομική κατάσταση, το εισόδημα, η περιουσία και η δυνατότητα εξυπηρέτησης της νέας δόσης εξακολουθούν να αποτελούν βασικά στοιχεία για τη διαμόρφωση της λύσης.

Γι’ αυτό ο οφειλέτης πριν ξεκινήσει τη διαδικασία θα πρέπει να γνωρίζει με ακρίβεια το συνολικό ύψος της απαίτησης, να ζητά την αναλυτική καρτέλα του χρέους και να έχει συγκεντρώσει τα στοιχεία που αποτυπώνουν την πραγματική εισοδηματική και περιουσιακή του κατάσταση.

Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται και στην περίπτωση προστασίας της κύριας κατοικίας, καθώς η επιλογή αυτή μπορεί να συνδέεται με συναίνεση στη ρευστοποίηση άλλων ακινήτων.