Η συζήτηση για την πλήρη κάλυψη του προσώπου με μπούρκα ή νικάμπ περνά πλέον σε πιο συγκεκριμένο επίπεδο πολιτικής επεξεργασίας στην Ελλάδα, καθώς η κυβέρνηση εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο περιορισμών, κυρίως για ανήλικες, ακολουθώντας ένα μοντέλο που ήδη εφαρμόζεται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου ο υπουργός Θάνος Πλεύρης επεξεργάζεται δύο βασικά σενάρια ρύθμισης, τα οποία έχουν ήδη τεθεί σε γνώση του πρωθυπουργού, χωρίς ακόμη να έχει ληφθεί οριστική πολιτική απόφαση.
Η συζήτηση ωστόσο σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού για την εφημερίδα «Political», φαίνεται να αποκτά δυναμική, καθώς η κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στον σεβασμό της θρησκευτικής ελευθερίας και την προστασία των δικαιωμάτων των γυναικών και των ανηλίκων.
Το ζήτημα δεν εξετάζεται με βάση το μέγεθος του φαινομένου στην Ελλάδα -παραμένει σχετικά περιορισμένο- αλλά κυρίως υπό το πρίσμα των ατομικών δικαιωμάτων και του ενδεχόμενου κοινωνικού ή οικογενειακού εξαναγκασμού.
Η κρίσιμη διάκριση
Το πρώτο σενάριο προβλέπει στοχευμένη απαγόρευση για ανήλικες, σε χώρους που υπάγονται άμεσα στην ευθύνη του κράτους, όπως οι δομές φιλοξενίας μεταναστών και τα σχολεία. Στόχος της προσέγγισης αυτής είναι να διασφαλιστεί ότι ανήλικα κορίτσια δεν θα υποχρεώνονται να καλύπτουν πλήρως το πρόσωπό τους.
Το δεύτερο σενάριο είναι πιο διευρυμένο και θα μπορούσε να περιλαμβάνει περιορισμούς στην πλήρη κάλυψη προσώπου για ανήλικες σε δημόσιες υπηρεσίες, χώρους εκπαίδευσης και άλλες κρατικές λειτουργίες.
Κοινός παρονομαστής των δύο επιλογών είναι ότι η συζήτηση αφορά αποκλειστικά την πλήρη κάλυψη του προσώπου -δηλαδή την μπούρκα και το νικάμπ- και όχι τη μαντίλα που αφήνει το πρόσωπο ορατό. Η διάκριση αυτή θεωρείται κρίσιμη, καθώς το ζήτημα δεν αφορά γενικά τη θρησκευτική έκφραση, αλλά την περίπτωση όπου η πλήρης απόκρυψη των χαρακτηριστικών δημιουργεί ζητήματα ταυτοποίησης, κοινωνικής επικοινωνίας και ελευθερίας επιλογής.
Η εμπειρία των δομών φιλοξενίας
Σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της συζήτησης φαίνεται να έχουν παίξει στοιχεία που συγκέντρωσε το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου μέσα από επαφές με γυναίκες που ζουν σε δομές φιλοξενίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, η χρήση μπούρκας ή νικάμπ δεν αποτελεί προσωπική επιλογή, αλλά αποτέλεσμα κοινωνικής πίεσης μέσα στις ίδιες τις κοινότητες.
Το στοιχείο αυτό ενισχύει την άποψη ότι το κράτος οφείλει να εξετάσει παρεμβάσεις που θα διασφαλίζουν ότι οι γυναίκες -και ιδιαίτερα οι ανήλικες- δεν θα βρίσκονται υπό καθεστώς επιβολής.
Η ελληνική συζήτηση δεν διεξάγεται σε κενό. Αντίθετα, σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης έχουν ήδη θεσπιστεί περιορισμοί ή απαγορεύσεις στην πλήρη κάλυψη του προσώπου. Η Γαλλία υπήρξε η πρώτη χώρα που προχώρησε σε γενική απαγόρευση το 2010, απαγορεύοντας την πλήρη κάλυψη του προσώπου σε δημόσιους χώρους. Η επιλογή αυτή επιβεβαιώθηκε αργότερα και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο έκρινε ότι το μέτρο δεν παραβιάζει την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Αντίστοιχες καθολικές απαγορεύσεις ισχύουν επίσης στο Βέλγιο και στην Αυστρία, όπου η κάλυψη του προσώπου απαγορεύεται σε δημόσιους χώρους και δημόσια κτίρια. Στη Δανία από το 2018 εφαρμόζεται νόμος που προβλέπει πρόστιμα για όποιον καλύπτει πλήρως το πρόσωπό του σε δημόσιο χώρο, ενώ στη Βουλγαρία από το 2016 η πλήρης κάλυψη προσώπου απαγορεύεται σε δημόσιες υπηρεσίες, σχολεία και δημόσιους χώρους.
Διαφορετικό μοντέλο εφαρμόζει η Ολλανδία, όπου ισχύει μερική απαγόρευση: καλύμματα προσώπου απαγορεύονται σε δημόσιες συγκοινωνίες, σε σχολεία, σε νοσοκομεία και σε δημόσιες υπηρεσίες, αλλά όχι γενικά στον δρόμο.
Τα τελευταία χρόνια περιορισμούς έχει θεσπίσει επίσης η Ελβετία, ενώ και άλλες ευρωπαϊκές χώρες έχουν υιοθετήσει μέτρα κυρίως στους χώρους της εκπαίδευσης.
Το ελληνικό δίλημμα
Η ευρωπαϊκή εικόνα δείχνει ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο μοντέλο. Υπάρχει όμως μια σαφής τάση: όλο και περισσότερα κράτη επιλέγουν να θέσουν όρια στην πλήρη κάλυψη του προσώπου, ιδιαίτερα σε χώρους όπου απαιτούνται δημόσια παρουσία και ταυτοποίηση. Ακριβώς αυτή την εμπειρία φαίνεται να εξετάζει τώρα και η ελληνική κυβέρνηση. Το ζητούμενο είναι να βρεθεί μια λύση που θα διασφαλίζει τον σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών, αλλά ταυτόχρονα θα προστατεύει τα δικαιώματα των γυναικών και των ανηλίκων και θα διατηρεί τους βασικούς κανόνες της ανοιχτής και δημοκρατικής κοινωνίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, αρκετοί κυβερνητικοί παράγοντες θεωρούν ότι μια στοχευμένη ρύθμιση -ιδιαίτερα για τις ανήλικες- θα μπορούσε να αποτελέσει μια ισορροπημένη λύση, η οποία θα ευθυγραμμίζεται και με την πρακτική που ήδη εφαρμόζουν πολλές ευρωπαϊκές χώρες.
Η τελική απόφαση δεν έχει ακόμη ληφθεί. Ωστόσο, το γεγονός ότι το ζήτημα βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της κυβερνητικής επεξεργασίας δείχνει ότι η Ελλάδα εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο να ακολουθήσει την ευρωπαϊκή τάση, βάζοντας σαφείς κανόνες σε ένα θέμα που αφορά τόσο την κοινωνική συνοχή όσο και τα δικαιώματα των γυναικών.












