Μερικές ιστορίες δεν χρειάζονται φαντάσματα ή υπερφυσικές δυνάμεις για να τρομάξουν. Αρκεί η ίδια η πραγματικότητα.
Η υπόθεση της Blanche Monnier, γνωστής ως «La Séquestrée de Poitiers», η Απαχθείσα της Πουατιέ, είναι μία τέτοια ιστορία, που σοκάρει ακόμα και 150 χρόνια μετά. Η Blanche, μια νεαρή γυναίκα από εύπορη οικογένεια, κρατήθηκε φυλακισμένη από τους δικούς της ανθρώπους για 25 ολόκληρα χρόνια, σε συνθήκες απάνθρωπες και αδιανόητες για την κοινωνία της εποχής.
Μια ζωή που αλλάζει για πάντα
Η Blanche Monnier γεννήθηκε το 1849 στην Πουατιέ της Γαλλίας. Η οικογένειά της ήταν εύπορη και σεβαστή, γεγονός που της έδινε μια αίσθηση ασφάλειας και κοινωνικής αποδοχής. Από νεαρή ηλικία, η Blanche θεωρούνταν όμορφη, καλλιεργημένη και κοινωνικά ενεργή. Οι προοπτικές της ζωής της φαινόταν λαμπρές, γεμάτες ελπίδες και όνειρα.

Όμως το 1876, η Blanche αποφάσισε να ακολουθήσει την καρδιά της και να παντρευτεί έναν άνδρα που δεν άρεσε στη μητέρα της, έναν φτωχό δικηγόρο, κατά την κρίση της οικογένειας «μη κατάλληλο γαμπρό». Αυτή η επιλογή στάθηκε αφορμή για να ξεκινήσει ένας εφιάλτης που θα έμενε κρυμμένος από τα μάτια της κοινωνίας για τέσσερις δεκαετίες.
Η μητέρα της, Louise Monnier, αποφάσισε να φυλακίσει την Blanche σε ένα μικρό, σκοτεινό δωμάτιο της σοφίτας. Δεν επρόκειτο για προσωρινό εγκλεισμό, αφού η φυλάκιση αυτή κράτησε 25 χρόνια, χωρίς καμία παρέμβαση από κανέναν εξωτερικό φορέα.
Η σοκαριστική φυλάκιση
Το δωμάτιο στο οποίο φυλακίστηκε η Blanche ήταν ένας τόπος απόλυτης στέρησης και παραμέλησης. Δεν έβλεπε ποτέ το φως του ήλιου, η τροφή περιοριζόταν στα υπολείμματα που της πετούσαν, ενώ η καθαριότητα ήταν ανύπαρκτη. Η Blanche πέρασε δεκαετίες σε έναν χώρο γεμάτο βρωμιά και έντομα, αποκομμένη από οποιαδήποτε ανθρώπινη επαφή πέρα από τη μητέρα και τον αδελφό της όταν της πρόσφεραν τροφή ή νερό.

Οι γείτονες, παρόλο που μερικές φορές άκουγαν κραυγές από τη σοφίτα, δεν αντέδρασαν. Η οικογένεια ήταν σεβαστή και η κοινωνική πίεση που ασκούσε τους απέτρεπε από οποιαδήποτε παρέμβαση. Κανείς δεν φανταζόταν την πραγματική φρίκη που εκτυλισσόταν μέσα στο σπίτι.
Καθώς τα χρόνια περνούσαν, η Blanche γινόταν ολοένα και πιο αδύναμη, όχι μόνο σωματικά αλλά και ψυχολογικά, ζώντας σε μια πραγματικότητα που ξεπερνούσε κάθε φαντασία τρόμου.

Η ανακάλυψη του 1901
Το 1901, σχεδόν μισό αιώνα μετά την έναρξη της φυλάκισης, μια ανώνυμη επιστολή κινητοποίησε την αστυνομία. Η έρευνα οδήγησε στον εντοπισμό του κλειδωμένου δωματίου, όπου η Blanche βρέθηκε σε κατάσταση σοκ. Ήταν 52 ετών, ζύγιζε μόλις 25 κιλά και ήταν καλυμμένη με βρωμιά και έντομα. Τα μέσα της εποχής περιέγραφαν την Blanche ως «σκελετό που περπατά», μια εικόνα που δύσκολα θα μπορούσε να χωρέσει ο ανθρώπινος νους.

Η μητέρα της συνελήφθη, αλλά πέθανε μόλις 15 μέρες μετά από φυσικά αίτια, πιθανότατα λόγω συναισθηματικής κατάρρευσης. Ο αδελφός της Blanche καταδικάστηκε αρχικά, αλλά σύντομα αφέθηκε ελεύθερος λόγω των νομικών κανόνων της εποχής που δεν θεωρούσαν παράλειψη σωτηρίας ως έγκλημα.

Η υπόθεση αυτή παραμένει ένα από τα πιο ανατριχιαστικά περιστατικά στην ευρωπαϊκή ιστορία. Η φρίκη δεν βρίσκεται σε φαντάσματα, αλλά στο γεγονός ότι η ίδια η κοινωνία και η οικογένεια, που θα έπρεπε να προστατεύουν, έγιναν τα ίδια τα “τέρατα” στη ζωή ενός ανθρώπου.












