
Δεν ξέρουμε αν όπως φημολογείται μετά από κάποιες εκ των τελευταίων δημοσίων εμφανίσεων του ο Μπιλ Κλίντον αντιμετωπίζει πρόβλημα υγείας, το σίγουρο είναι πως μέχρι και τα βαθιά του γεράματα δεν θα ξεμπλέκει με τη δικαιοσύνη για τις… ορέξεις του πριν γίνει πλανητάρχης, όσο ήταν, αλλά και τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Το τσουνάμι των τελευταίων αποκαλύψεων από το αρχείο του Τζέφρι Έπσταϊν οδηγεί την παγκόσμια κοινή γνώμη ακόμη πιο βαθιά στη δυσώδη υπόθεση του Αμερικανού παιδόφιλου και καταδικασμένου για sex trafficking ανηλίκων ο οποίος αυτοκτόνησε στη φυλακή. Φωτογραφίες του Μπιλ Κλίντον φιγουράρουν στα αρχεία της ντροπής που ακόμη και για όσους μπορεί να μιλούσαν στο «Μόνικα-γκεϊτ» για μια απλή συζυγική απιστία στο Οβάλ Γραφείο δεν μπορούν τώρα να κλείσουν τα μάτια στα αρρωστημένα ντοκουμέντα που οδηγούν στην πλήρη αποκαθήλωση του ονόματος του.
Η πιο διάσημη «ανάρμοστη σχέση»
Στις 17 Αυγούστου 1998 ως πρόεδρος των ΗΠΑ, απευθύνεται στους πολίτες και παραδέχεται για πρώτη φορά ότι είχε «μία ανάρμοστη σχέση» με τη νεαρή ασκούμενη στον Λευκό Οίκο, Μόνικα Λεβίνσκι.
Ήδη τον Μπιλ Κλίντον βάραιναν καταγγελίες για σεξουαλική παρενόχληση της κρατικής υπαλλήλου Πόλα Τζόουνς κατά τη διάρκεια της θητείας του ως κυβερνήτης του Αρκάνσας.

Κάτω από την πίεση του εισαγγελέα Κένεθ Σταρ, ο οποίος είχε αποκτήσει από την Λεβίνσκι ένα μπλε φόρεμα με ίχνος σπέρματος του πλανητάρχη, που έγινε ο πιο διάσημος στην ιστορία λεκές, ο Μπιλ Κλίντον έγινε ο πρώτος εν ενεργεία πρόεδρος των ΗΠΑ που κατέθεσε ως μάρτυρας σε έρευνα εναντίον του.


Η Βουλή των Αντιπροσώπων είχε ψηφίσει την καθαίρεσή του τον Δεκέμβριο του 1998 για ψευδορκία και παρακώλυση δικαιοσύνης.

Στη δίκη που ακολούθησε στη Γερουσία, αντί για ζωντανή κατάθεση, προβλήθηκαν βίντεο από τα όσα είχε καταθέσει τη 17η Αυγούστου, όπου ο Κλίντον προσπάθησε να υπερασπιστεί τον εαυτό του, αμφισβητώντας τον ορισμό των «σεξουαλικών σχέσεων».
Στις 12 Φεβρουαρίου 1999, αθωώθηκε από τη Γερουσία και στις δύο κατηγορίες καθώς δεν επιτεύχθηκε η απαιτούμενη πλειοψηφία δύο τρίτων για την καταδίκη και απομάκρυνσή του από το αξίωμα.

Δύο μήνες μετά, ο Κλίντον καταδικάστηκε για παραπλανητική μαρτυρία γλιτώνοντας έτσι με ένα πρόστιμο 90.000 δολαρίων.
Τον αθώωσε και η Χίλαρι
Παρότι κάποιοι θα περίμεναν η σύζυγος του, Χίλαρι, να του δίνει διαζύγιο εκείνη στάθηκε στο πλευρό του και διεκδίκησε με τη σειρά της την προεδρία στην αναμέτρηση που τελικά έχασε το 2016 από τον Ντόναλντ Τραμπ.


Τώρα το ζεύγος έρχεται ξανά στο προσκήνιο και για τον λόγο που κάθε άλλο παρά θα επιθυμούσαν.
Η Επιτροπή θέλει να εξετάσει τον Μπιλ Κλίντον λόγω της στενής φιλικής σχέσης του με τον Τζέφρι Έπσταϊν, αλλά και να μάθει τι γνώριζε η Χίλαρι Κλίντον για τους δεσμούς του συζύγου της με τον πάμπλουτο χρηματομεσίτη.

Οι… πόζες του Μπιλ Κλίντον στα αρχεία του Έπσταϊν
Τα αμαρτωλά αρχεία αποκάλυψαν πως ο Κλίντον πέταξε με το ιδιωτικό τζετ του Έπσταϊν, το αποκαλούμενο «Lolita express», τουλάχιστον 16 φορές στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ο πρώην πρόεδρος ήταν ο vip επιβάτης σε εγχώρια και διεθνή ταξίδια, συχνά συνοδευόμενος από τον ίδιο τον Έπσταϊν όσο και από την πρώην σύντροφο του και συνεργό στο sex trafficking Γκισλέιν Μάξγουελ, σύμφωνα με αρχεία καταγραφής πτήσεων που περιλαμβάνονταν στη δικογραφία της.
Παράλληλα καταγράφηκε πως το προσωπικό του γραφείου του πρώην προέδρου επικοινωνούσε με τον Έπσταϊν και την επί χρόνια συνεργάτιδά του ανταλλάσσοντας email τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως αναφέρει το μόνο στοιχείο που δημοσιεύθηκε για αυτά, είναι πως είχαν άσεμνο περιεχόμενο.

Οι φωτογραφίες από στιγμές… χαλάρωσης του Κλίντον που έχουν δοθεί στη δημοσιότητα από τα αρχεία Έπσταϊν, έχουν κάνει τον γύρο του κόσμου.



Ο Κλίντον υποστηρίζει πως με όλα αυτά τα ντοκουμέντα κάποιοι στον Λευκό Οίκο «προσπαθούν να τον χρησιμοποιήσουν ως αποδιοπομπαίο τράγο» και τόσο εκείνος όσο και η Χίλαρι αρνήθηκαν αρχικά να καταθέσουν για την υπόθεση στην επιτροπή, χαρακτηρίζοντας τις κλητεύσεις άκυρες και μη εκτελεστές. Επέμεναν ότι συνιστούν άνευ προηγουμένου παραβίαση της διάκρισης των εξουσιών και ότι τους στοχοποιεί στο πλαίσιο πολιτικής εκδίκησης που, όπως υποστήριξαν, προωθεί ο Ντόναλντ Τραμπ απέναντι σε πολιτικούς αντιπάλους.
Αποδέχθηκαν ωστόσο να καταθέσουν διότι κινδύνευαν να μπουν στο στόχαστρο ποινικής δίωξης για παρακώλυση του έργου του Κογκρέσου, αντιμετωπίζοντας όχι μόνο βαριά πρόστιμα και ακόμη και ποινή φυλάκισης, υποστηρίζοντας παράλληλα πως επιθυμούν να τεθεί ένα προηγούμενο που θα ισχύει για όλους.












