Τα λευκά χωριά του Αιγαίου έχουν γίνει παγκόσμιο σύμβολο φωτός, γαλήνης και αυθεντικότητας. Για εκατομμύρια ταξιδιώτες, το λευκό και το μπλε είναι η εικόνα της Ελλάδας. Είναι η Ελλάδα. Μια αισθητική που δεν προέκυψε από κάποιου είδους καλλιτεχνική αναζήτηση. Ξεκίνησε ως λύση ανάγκης.
- Γράφει η Χαρούλα Κακλέα – Οικονομολόγος, PhD c MSc in Tourism Entrepreneurship MSc in Management of Educational Organisations
Το συνειδητοποίησα όταν ταξίδεψα στη Ερμούπολη. Περπατώντας ανάμεσα στα νεοκλασικά της κτίρια, με τις ώχρες και τα γήινα χρώματα, ένιωσα ότι βρίσκομαι σε μια άλλη εκδοχή του Αιγαίου. Η αρχοντική της φυσιογνωμία θυμίζει ευρωπαϊκό αστικό κέντρο του 19ου αιώνα και όχι το γνώριμο «λευκό-μπλε» τοπίο των υπόλοιπων Κυκλάδων. Η αντίθεση με οδήγησε να αναρωτηθώ για το πότε και γιατί το λευκό έγινε κανόνας;
Η απάντηση βρίσκεται στα τέλη της δεκαετίας του 1930. Επί καθεστώτος Ιωάννη Μεταξά, η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρές οικονομικές και υγειονομικές πιέσεις. Στα νησιά, οι υποδομές ύδρευσης και αποχέτευσης ήταν ανεπαρκείς και επιδημίες όπως η ελονοσία και ο τύφος μάστιζαν τους κατοίκους. Το κράτος επέβαλε το ασβέστωμα ως μέτρο δημόσιας υγείας χαμηλού κόστους.
Ο ασβέστης ήταν τοπικός, φθηνός και αποτελεσματικός. Η αλκαλικότητα του λειτουργούσε απολυμαντικά. Η λευκή του επιφάνεια αντανακλούσε την ηλιακή ακτινοβολία. Μείωνε τη θερμική επιβάρυνση των κτιρίων. Και η εφαρμογή του μπορούσε να γίνει από τις ίδιες τις οικογένειες. Σε μια χώρα με περιορισμένους πόρους, ήταν μια πρακτική επιλογή προσαρμοσμένη στις συνθήκες.
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ασβέστωμα δεν εγκαταλείφθηκε. Αντίθετα, ρίζωσε. Στις Κυκλάδες έγινε ετήσια φροντίδα και σταδιακά κοινωνικός κανόνας. Η ομοιομορφία απέκτησε αξία και το λευκό μετατράπηκε σε κοινό αισθητικό κώδικα.
Οι μπλε λεπτομέρειες προστέθηκαν αργότερα, σχεδόν αυθόρμητα. Οι μπογιές που περίσσευαν από τις βάρκες και τα καΐκια χρησιμοποιούνταν για να βάφονται και να συντηρούνται πατζούρια και παράθυρα. Έτσι, το μπλε της θάλασσας πέρασε στα σπίτια. Δίπλα στο λευκό του ασβέστη, δημιούργησε μια ισορροπία φωτός και σκιάς που ταίριαζε απόλυτα στο αιγαιοπελαγίτικο τοπίο.
Ο επισκέπτης αναγνώρισε την αισθητική και τη διέδωσε. Με την πάροδο του χρόνου, οι κανονισμοί δόμησης θεσμοθέτησαν απλώς, ό,τι είχε ήδη εδραιωθεί. Το λευκό-μπλε ξεπέρασε το επίπεδο της παράδοσης. Έγινε διεθνές σήμα κατατεθέν. Έγινε το κυκλαδίτικο brand.
Σήμερα, παρότι ο παραδοσιακός ασβέστης χρησιμοποιείται λιγότερο, καθώς τα σύγχρονα υλικά προσφέρουν μεγαλύτερη αντοχή και ευκολία, η λογική που τον γέννησε παραμένει επίκαιρη. Απλότητα, τοπικότητα, προσαρμογή στο κλίμα.
Το λευκό του Αιγαίου είναι η μνήμη μιας εποχής που βρήκε λύσεις μέσα από περιορισμούς. Είναι η απόδειξη ότι μια πρακτική ανάγκη μπορεί, με τον χρόνο, να μετατραπεί σε ταυτότητα και τελικά σε brandnameμιας ολόκληρης χώρας. Αυτό που ξεκίνησε ως υγειονομικό μέτρο έγινε πολιτισμικός κώδικας και παγκόσμια εικόνα. Και ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό μάθημα. Οι πιο ισχυρές «μάρκες» γεννιούνται αθόρυβα, μέσα από την ίδια τη ζωή. Για αυτό και επικρατούν.












