Η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για δωρεάν μετακινήσεις των νέων έως 24 ετών σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη άνοιξε μια συζήτηση πολύ μεγαλύτερη από το ίδιο το μέτρο. Δεν αφορά μόνο τα εισιτήρια στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Αφορά, σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Χρήστου Μυτιλινιού στην εφημερίδα «Political», το πώς μιλούν σήμερα τα κόμματα στη νέα γενιά, ποια προβλήματα αναγνωρίζουν ως πραγματικά και, κυρίως, με ποιες λύσεις επιχειρούν να απαντήσουν.
Πρόκειται για την Generation Z (Gen Z) ή Γενιά Ζ, δηλαδή τους νέους που έχουν γεννηθεί περίπου από το 1997 έως το 2012. Πρόκειται για την πρώτη γενιά που μεγάλωσε απόλυτα εξοικειωμένη με το διαδίκτυο και τα social media, γι’ αυτό και είναι γνωστοί και ως Zoomers ή «ψηφιακοί ιθαγενείς», καθώς δεν έχουν γνωρίσει κόσμο χωρίς κινητά τηλέφωνα, internet και διαδικτυακές πλατφόρμες.
Αυτή η γενιά δεν αποτελεί ένα εύκολο εκλογικό ακροατήριο. Είναι μια γενιά που μεγάλωσε μέσα σε διαδοχικές κρίσεις: οικονομική ανασφάλεια, πανδημία, πληθωρισμός, στεγαστική πίεση, εργασιακή αβεβαιότητα, αίσθηση θεσμικής κόπωσης. Είναι, με άλλα λόγια, μια γενιά που δεν πείθεται εύκολα από μεγάλες κουβέντες. Θέλει να ακούσει απαντήσεις. Αλλά ακόμη περισσότερο, θέλει να δει πράξεις.
«Φοβισμένοι και καχύποπτοι»
Γι’ αυτό και η πολιτική μάχη για τους νέους δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα μεμονωμένο μέτρο, όσο εύηχο κι αν είναι. Τα δωρεάν μέσα μαζικής μεταφοράς μπορεί να ακούγονται ως άμεση ανάσα για έναν φοιτητή, έναν νέο εργαζόμενο ή έναν άνεργο που μετακινείται καθημερινά. Όμως το ερώτημα που ακολουθεί είναι αναπόφευκτο: αρκεί αυτό για να αλλάξει τη ζωή μιας γενιάς που δυσκολεύεται να βρει αξιοπρεπή δουλειά, να νοικιάσει σπίτι, να αποταμιεύσει, να σχεδιάσει οικογένεια ή να μείνει στον τόπο της;
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, στη συνέντευξή του, περιέγραψε τους νέους ως «φοβισμένους και καχύποπτους». Η φράση αυτή έχει πολιτικό βάρος, γιατί αποτυπώνει μια αλήθεια που συχνά κρύβεται πίσω από δημοσκοπικά ποσοστά και κομματικές αναλύσεις. Η νέα γενιά δεν είναι αδιάφορη. Είναι δύσπιστη. Και η δυσπιστία της δεν είναι θεωρητική. Προκύπτει από την καθημερινότητα.
Ένας νέος άνθρωπος μπορεί σήμερα να βλέπει βελτίωση στους δείκτες της οικονομίας, αλλά να αναρωτιέται αν αυτή η βελτίωση φτάνει στη δική του τσέπη. Μπορεί να ακούει για μείωση της ανεργίας, αλλά να ψάχνει ακόμη μια δουλειά με προοπτική. Μπορεί να βλέπει αύξηση μισθών, αλλά να διαπιστώνει ότι το ενοίκιο απορροφά δυσανάλογα μεγάλο μέρος του εισοδήματός του. Μπορεί να ακούει για ανάπτυξη, αλλά να δυσκολεύεται να κάνει το επόμενο προσωπικό βήμα.
Εδώ βρίσκεται και το πραγματικό πολιτικό πεδίο. Όποιος θέλει να μιλήσει στους νέους δεν αρκεί να τους υποσχεθεί κάτι ευχάριστο. Πρέπει να τους δείξει ένα πειστικό σχέδιο ζωής. Δουλειές με καλύτερες αποδοχές. Στέγη με ρεαλιστική πρόσβαση. Μετακινήσεις που δεν εξαντλούν το πορτοφόλι. Κατάρτιση που οδηγεί σε αγορά εργασίας. Ψηφιακό κράτος που μειώνει την ταλαιπωρία. Προοπτική σε μια χώρα που δεν τους αντιμετωπίζει ως εκλογική κατηγορία, αλλά ως την επόμενη παραγωγική της δύναμη.
Έρευνα της Interview: Τι πιστεύουν οι νέοι για το μέλλον και τις ευκαιρίες στην Ελλάδα
Η δυσπιστία της νέας γενιάς δεν αποτελεί θεωρητική πολιτική διαπίστωση, αλλά αποτυπώνεται πλέον και στις μετρήσεις της κοινής γνώμης. Σύμφωνα με πανελλαδική έρευνα της Interview για την «Ρ», περισσότεροι από τους μισούς νέους ηλικίας 17 έως 35 ετών (53,7%) εκτιμούν ότι η ζωή των επόμενων γενεών στην Ελλάδα θα είναι χειρότερη από τη σημερινή, ενώ μόλις το 20,3% πιστεύει ότι θα είναι καλύτερη.


Ακόμη πιο αποκαλυπτικά είναι τα ευρήματα για την εργασία και την επαγγελματική προοπτική, καθώς το 47% των νέων θεωρεί ότι οι επόμενες γενιές θα έχουν λιγότερες ευκαιρίες καριέρας σε σχέση με σήμερα. Τα στοιχεία αυτά φωτίζουν το πραγματικό υπόβαθρο της πολιτικής συζήτησης: οι νέοι δεν αναζητούν απλώς μια ελκυστική εξαγγελία, αλλά πειστικές απαντήσεις για το αν μπορούν να χτίσουν το μέλλον τους στην Ελλάδα.


Βασικό πρόβλημα η στέγη
Από όλα τα ζητήματα που απασχολούν τη νέα γενιά, η στέγη είναι ίσως το πιο καθοριστικό. Δεν είναι απλώς οικονομικό θέμα. Είναι ζήτημα ανεξαρτησίας, οικογενειακού σχεδιασμού και κοινωνικής κινητικότητας.
Για έναν νέο εργαζόμενο το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Είναι αν μπορεί να φύγει από το πατρικό του. Αν μπορεί να νοικιάσει ένα αξιοπρεπές σπίτι χωρίς να δίνει το μεγαλύτερο μέρος του μισθού του στο ενοίκιο. Αν μπορεί να σκεφτεί αγορά πρώτης κατοικίας. Αν μπορεί να οργανώσει τη ζωή του χωρίς να αισθάνεται ότι κάθε μήνας είναι μια άσκηση αντοχής.
Η κυβέρνηση έχει επιχειρήσει να απαντήσει σε αυτό το πεδίο με προγράμματα όπως το «Σπίτι μου» και το «Σπίτι μου ΙΙ», δίνοντας έμφαση σε χαμηλότοκα στεγαστικά δάνεια και στην πρόσβαση νέων και νεότερων νοικοκυριών σε πρώτη κατοικία. Πρόκειται για πολιτικές που δεν εξαντλούν το πρόβλημα, αλλά κινούνται στη λογική μιας δομημένης παρέμβασης: όχι γενική υπόσχεση, αλλά συγκεκριμένο εργαλείο με όρους, δικαιούχους, χρηματοδότηση και στόχο.
Ανάγκη για σχέδιο με διάρκεια
Αυτό είναι κρίσιμο. Διότι η στεγαστική κρίση δεν λύνεται με μία εξαγγελία. Θέλει συνδυασμό πολιτικών: αύξηση διαθέσιμων κατοικιών, αξιοποίηση κλειστών ακινήτων, έλεγχο των στρεβλώσεων στην αγορά, φορολογικά κίνητρα, χρηματοδοτικά εργαλεία και στήριξη των νέων ζευγαριών. Η συζήτηση, επομένως, δεν μπορεί να γίνεται με όρους εντυπώσεων. Χρειάζεται σχέδιο με διάρκεια.
Ποιος θα κερδίσει τη γενιά της δυσπιστίας;
Κι αν η στέγη αποτελεί πολύ σοβαρό θέμα για την Gen Z, το δεύτερο μεγάλο ζήτημα για τους «ψηφιακούς ιθαγενείς», όπως συχνά τους αποκαλούν λόγω της διαρκούς δικτύωσής τους με τα social media, είναι η εργασία. Η ανεργία των νέων έχει μειωθεί σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, όμως παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα κοινωνικά προβλήματα. Για τη νέα γενιά δεν αρκεί να υπάρχει μια θέση εργασίας. Το κρίσιμο είναι τι είδους θέση είναι αυτή, με ποιον μισθό, με ποια προοπτική εξέλιξης και με ποια σύνδεση με τις δεξιότητες που αποκτά ένας νέος άνθρωπος.
Ανάπτυξη και απασχόληση
Η κυβερνητική στρατηγική επιχειρεί να συνδέσει την ανάπτυξη με την απασχόληση, την κατάρτιση με την παραγωγή και τις επενδύσεις με καλύτερες δουλειές. Προγράμματα επαγγελματικής εμπειρίας, δράσεις της ΔΥΠΑ, ψηφιακές δεξιότητες, ενίσχυση νέας επιχειρηματικότητας και φορολογικές ελαφρύνσεις για νέους εργαζομένους συγκροτούν ένα πλέγμα πολιτικών που δείχνει ότι το πρόβλημα δεν αντιμετωπίζεται αποσπασματικά.
Ασφαλώς, η απόσταση ανάμεσα στον δείκτη και την καθημερινότητα παραμένει. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η πολιτική κρίνεται. Όχι από το αν θα παρουσιάσει μια στατιστική, αλλά από το αν θα καταφέρει να μετατρέψει την πρόοδο των αριθμών σε αίσθημα ασφάλειας για τον πολίτη.
Για έναν νέο η αξιοπρεπής δουλειά είναι το πρώτο βήμα προς την αυτονομία. Χωρίς αυτήν καμία άλλη πολιτική δεν αρκεί. Με αυτήν, όμως, μπορεί να αρχίσει να χτίζεται εμπιστοσύνη. Και η εμπιστοσύνη είναι το πιο δύσκολο κεφάλαιο στην πολιτική σχέση με τη νέα γενιά.
Το κόστος της μετακίνησης
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση του ΠΑΣΟΚ για δωρεάν μετακινήσεις δεν είναι αμελητέα. Αγγίζει ένα πραγματικό πρόβλημα καθημερινότητας, ειδικά για φοιτητές, νέους εργαζομένους και ανέργους που ζουν σε μεγάλα αστικά κέντρα. Το κόστος μετακίνησης μπορεί να μοιάζει μικρό σε σχέση με το ενοίκιο ή τον μισθό, αλλά για έναν νέο με περιορισμένο εισόδημα έχει σημασία.
Ωστόσο, η συζήτηση δεν τελειώνει στο αν ένα μέτρο ακούγεται κοινωνικά θετικό. Το επόμενο ερώτημα είναι πώς χρηματοδοτείται, πώς εφαρμόζεται, ποιους ακριβώς αφορά και αν εντάσσεται σε μια συνολική πολιτική για τις αστικές συγκοινωνίες. Διότι οι νέοι δεν χρειάζονται μόνο φθηνότερες μετακινήσεις. Χρειάζονται και συχνότερα δρομολόγια, πιο αξιόπιστα μέσα, ασφαλείς υποδομές, καλύτερη σύνδεση περιοχών, σύγχρονες υπηρεσίες.
Η απάντηση της ΝΔ κινήθηκε ακριβώς σε αυτό το πεδίο: δεν αμφισβήτησε την ανάγκη στήριξης των νέων, αλλά έθεσε το ερώτημα του κόστους και της συνολικής αξιοπιστίας των προτάσεων. Πρόκειται για μια γραμμή που δείχνει πώς θα κινηθεί η πολιτική αντιπαράθεση το επόμενο διάστημα: όχι μόνο τι υπόσχεται κάθε κόμμα, αλλά αν μπορεί να το εφαρμόσει χωρίς να δημιουργεί νέα δημοσιονομικά βάρη.
Δεν εντυπωσιάζονται από τα συνθήματα
Το πολιτικό ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι η μάχη για τη νεολαία δεν θα είναι εύκολη για κανέναν. Η κυβέρνηση έχει το πλεονέκτημα της εφαρμοσμένης πολιτικής, αλλά και την ευθύνη της καθημερινής φθοράς. Η αντιπολίτευση έχει την ευχέρεια των προτάσεων, αλλά και το βάρος της κοστολόγησης και της αξιοπιστίας.
Οι νέοι, από την πλευρά τους, δεν δείχνουν διατεθειμένοι να χαρίσουν εμπιστοσύνη. Δεν αρκούνται σε ωραίες διατυπώσεις. Δεν εντυπωσιάζονται εύκολα από συνθήματα. Θέλουν να δουν αν η πολιτική μπορεί να ακουμπήσει τα πραγματικά τους προβλήματα.
Αυτός είναι και ο λόγος που η συζήτηση για τη γενιά της δυσπιστίας έχει τόσο μεγάλη σημασία. Δεν αφορά μόνο τις εκλογές. Αφορά το αν η χώρα μπορεί να πείσει τους νέους της ότι αξίζει να επενδύσουν το μέλλον τους εδώ. Ότι μπορούν να δουλέψουν, να μείνουν, να δημιουργήσουν, να αποκτήσουν σπίτι, να κάνουν οικογένεια, να αισθανθούν ότι δεν ζουν μονίμως στο περιθώριο των μεγάλων αποφάσεων.
Το κρίσιμο στοίχημα
Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν θα δοθεί με μία εξαγγελία. Θα δοθεί με συνέπεια, διάρκεια και μετρήσιμο αποτέλεσμα. Με πολιτικές που δεν υπόσχονται απλώς ανακούφιση, αλλά χτίζουν προοπτική.
Γι’ αυτό και η μάχη για τη νέα γενιά είναι, τελικά, μάχη αξιοπιστίας. Ανάμεσα στη γρήγορη υπόσχεση και στο δύσκολο σχέδιο. Ανάμεσα στο σύνθημα και στην εφαρμογή. Ανάμεσα στην εύκολη απάντηση και στη σταθερή πολιτική που μπορεί να αντέξει στον χρόνο.
Και αυτή η μάχη, όσο κι αν ξεκίνησε από ένα εισιτήριο, αφορά πολύ περισσότερα: αφορά το αν η νέα γενιά θα ξαναπιστέψει ότι η πολιτική μπορεί να της δώσει όχι απλώς παροχές, αλλά μέλλον.
















