Νέα έγγραφα του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης αποκαλύπτουν ότι ο Τομ Μπάρακ, στενός συνεργάτης του Ντόναλντ Τραμπ και νυν πρέσβης των ΗΠΑ στην Τουρκία, διατηρούσε συστηματική και πολυετή επικοινωνία με τον Τζέφρι Έπσταϊν, ακόμη και μετά την καταδίκη του τελευταίου το 2008 για σεξουαλικό αδίκημα σε βάρος ανηλίκου.
Από εκατοντάδες email και μηνύματα προκύπτει ένα δίκτυο κοινωνικών και επαγγελματικών επαφών, στο οποίο ο Έπσταϊν φαίνεται να αξιοποιεί τον Μπάρακ ως πιθανό «δίαυλο» προς τον τότε υποψήφιο και μετέπειτα πρόεδρο Τραμπ. Δεν υπάρχει, ωστόσο, ένδειξη ότι τα μηνύματα έφτασαν στον Λευκό Οίκο ή ότι ο Μπάρακ γνώριζε εγκληματικές πράξεις.
Από τη Νέα Υόρκη των ’80s στη Μέση Ανατολή
Η γνωριμία τους φαίνεται να ξεκινά από τη Νέα Υόρκη των δεκαετιών ’80 και ’90. Στο βιβλίο «Fire and Fury» οι Τραμπ, Μπάρακ και Έπσταϊν περιγράφονται ως παρέα «τριών σωματοφυλάκων» της κοσμικής ζωής — κάτι που ο Τραμπ έχει αμφισβητήσει, δηλώνοντας ότι διέκοψε δεσμούς με τον Έπσταϊν.
Παρά την «πτώση» του Έπσταϊν, λίγους μήνες μετά την αποφυλάκισή του το 2009, ο Μπάρακ του έστελνε μηνύματα στήριξης, εγκαινιάζοντας νέο κύκλο συχνής επικοινωνίας, ιδιωτικών προσκλήσεων και δικτύωσης με πρόσωπα της Wall Street και της πολιτικής.
Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, και οι δύο ενίσχυσαν δεσμούς με τη Μέση Ανατολή. Στα αρχεία καταγράφονται επαφές με τον Τομ Πρίτσκερ, αποστολές FedEx από τα γραφεία του Έπσταϊν προς τον Μπάρακ, καθώς και γνωριμίες με τη Νικόλ Γιούνκερμαν, τον πρίγκιπα Άντριου, τον Σουλτάν Αχμέντ μπιν Σουλάιμ από το Ντουμπάι και τον τότε πρωθυπουργό του Κατάρ, ο οποίος φέρεται να ενδιαφέρθηκε για την αγορά της έπαυλης του Έπσταϊν στο Μανχάταν.
Το 2012, ενόψει επίσκεψης Καταρανού αξιωματούχου, ο Έπσταϊν έδωσε οδηγίες να αφαιρεθούν «γυμνές φωτογραφίες» από τους τοίχους και να γίνουν συγκεκριμένες προετοιμασίες, με τον Μπάρακ να λειτουργεί ως μεσολαβητής.
Εκστρατεία Τραμπ, Signal και έρευνα Μιούλερ
Το 2016, καθώς ο Μπάρακ εξελίχθηκε σε βασικό χρηματοδότη και στρατηγικό σύμβουλο της εκστρατείας Τραμπ, ο Έπσταϊν επανήλθε με νέα μηνύματα: υπενθυμίσεις παλιών ιστοριών με τον Τραμπ και τον Μπιλ Κλίντον, αίτημα για φωτογραφίες του νεογέννητου παιδιού του Μπάρακ και προώθηση αγωγής (που αργότερα αποσύρθηκε) με ισχυρισμούς περί βιασμού το 1994.
Παράλληλα, πρότεινε επαφές με τον Μπιλ Γκέιτς και τον Ανίλ Αμπάνι και έδινε συμβουλές για «πολεμική επιτροπή» ενόψει της έρευνας Μιούλερ για τη Ρωσία. Μετά την ομιλία του Μπάρακ στο Ρεπουμπλικανικό Συνέδριο, τον συνεχάρη και τον υπέδειξε σε Σαουδάραβα αξιωματούχο ως κομβικό πρόσωπο για συγχαρητήρια επικοινωνία με τον νέο πρόεδρο.
Ο Έπσταϊν φέρεται επίσης να τον προέτρεψε να χρησιμοποιήσει την κρυπτογραφημένη εφαρμογή Signal, ώστε τα μηνύματα να αυτοκαταστρέφονται — επικοινωνία που δεν αποτυπώνεται στα δημόσια αρχεία.
Το 2017, εν μέσω της έρευνας Μιούλερ για τις επαφές του Μπάρακ με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα — υπόθεση για την οποία κατηγορήθηκε ότι λειτουργούσε ως ανεπίσημος λομπίστας πριν αθωωθεί το 2022 — ο Έπσταϊν του πρότεινε ισχυρό ποινικολόγο. Ο Μπάρακ απάντησε ότι ο δικηγόρος βρισκόταν ήδη «στη λίστα του αφεντικού», δηλαδή του Τραμπ.
Στην αλληλογραφία περιλαμβάνονται ακόμη συζητήσεις για τις τηλεμαχίες Τραμπ – Κλίντον, ανταλλαγές άρθρων και συναντήσεις με πρόσωπα όπως ο Έχουντ Μπάρακ, ο Βιτάλι Τσούρκιν και ο Πίτερ Τιλ. Σύμφωνα με το CBS, ο Έπσταϊν επένδυσε περίπου 1 εκατ. δολάρια στην Colony Capital του Μπάρακ την επομένη μίας τέτοιας συνάντησης.
Παρά τη στενή και διαρκή σχέση που αποτυπώνεται στα έγγραφα, δεν προκύπτει σύνδεση του Τομ Μπάρακ με τα σεξουαλικά εγκλήματα του Έπσταϊν ούτε τεκμηριώνεται ότι λειτούργησε ως «αγωγός» παράνομων μηνυμάτων προς τον τότε πρόεδρο.
Ωστόσο, αναδεικνύεται ένα πυκνό πλέγμα προσωπικών σχέσεων, επιχειρηματικών συμφερόντων και διεθνούς διπλωματίας που εκτεινόταν από το Ρεπουμπλικανικό Συνέδριο έως τα παλάτια της Μέσης Ανατολής — με κοινό παρονομαστή τον Τομ Μπάρακ και τον Τζέφρι Έπσταϊν.












