Κάθε Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτελεί έναν κρίσιμο σταθμό στον δημόσιο διάλογο για την οικονομία και την πορεία της χώρας. Η φετινή διοργάνωση, όμως, έχει μια ιδιαίτερη σημασία. Η Ελλάδα δεν καλείται πλέον να αποδείξει ότι μπορεί να αποφύγει την κρίση. Καλείται να δείξει πώς η πρόοδος των τελευταίων ετών θα μετατραπεί σε καλύτερη καθημερινότητα, περισσότερες ευκαιρίες και μεγαλύτερη ασφάλεια για κάθε πολίτη.
- του Λευτέρη Αυγενάκη, Πρώην υπουργός, βουλευτής Ηρακλείου
Δεκαέξι χρόνια μετά την αποκάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος που πυροδότησε την ελληνική κρίση, η χώρα έχει διανύσει μια δύσκολη και θεσμικά απαιτητική διαδρομή αποκατάστασης. Πέρασε από την αμφισβήτηση, την ύφεση και την απώλεια αξιοπιστίας σε μια νέα περίοδο σταθερότητας, ανάπτυξης και διεθνούς αναγνώρισης.
Αυτή η πορεία αυτή δεν ήταν ούτε αυτονόητη ούτε συγκυριακή.
Από το 2019 έως σήμερα, η ελληνική οικονομία αναπτύσσεται σταθερά ταχύτερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το δημόσιο χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, έχει υποχωρήσει αισθητά από τα επίπεδα της πανδημίας. Η Ελλάδα παράγει ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα, έχει ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα και απολαμβάνει πλέον την εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών. Το τραπεζικό σύστημα έχει απαλλαγεί σε μεγάλο βαθμό από το βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων, ενώ οι επενδύσεις, οι εξαγωγές, ο τουρισμός και η ναυτιλία ενισχύουν τη θέση της χώρας στον διεθνή οικονομικό χάρτη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόοδος που έχει συντελεστεί στη λειτουργία του κράτους και στην αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής. Η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS, η καθολική εφαρμογή του myDATA και η διεύρυνση των άμεσων ηλεκτρονικών πληρωμών ενίσχυσαν τη διαφάνεια και περιόρισαν σημαντικά το κενό ΦΠΑ. Πρόκειται για μια αθόρυβη, αλλά ουσιαστική μεταρρύθμιση: το κράτος αποκτά έσοδα χωρίς να επιβαρύνει μονίμως τους συνεπείς φορολογουμένους και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περαιτέρω μειώσεις φόρων.
Αυτή είναι η πολιτική και κοινωνική αξία της δημοσιονομικής σοβαρότητας. Η σταθερότητα δεν αποτελεί αυτοσκοπό ούτε ένα λογιστικό μέγεθος που αφορά μόνο τις αγορές και τους αναλυτές. Είναι το θεμέλιο για να μπορεί η Πολιτεία να στηρίζει το εισόδημα, να χρηματοδοτεί την Υγεία και την Παιδεία, να ενισχύει την οικογένεια και να επενδύει σε σύγχρονες υποδομές.
Ωστόσο, ο απολογισμός δεν μπορεί και δεν πρέπει να εξαντλείται στα θετικά μεγέθη.
Η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά. Το Στεγαστικό περιορίζει τις επιλογές των νέων ανθρώπων. Η παραγωγικότητα παραμένει χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η δημογραφική συρρίκνωση αποτελεί μια υπαρξιακή πρόκληση, ενώ η περιφερειακή ανάπτυξη δεν έχει ακόμη αποκτήσει την ένταση και την ταχύτητα που χρειάζεται. Παράλληλα, πολλές μικρομεσαίες επιχειρήσεις δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε χρηματοδότηση, να καλύψουν τις ανάγκες τους σε ανθρώπινο δυναμικό και να πραγματοποιήσουν την ψηφιακή ή πράσινη μετάβασή τους.
Για αυτό και το πραγματικό πολιτικό ερώτημα της φετινής ΔΕΘ δεν είναι εάν η χώρα έχει προοδεύσει. Η πρόοδος είναι μετρήσιμη και αδιαμφισβήτητη. Το ερώτημα είναι πώς αυτή η πρόοδος θα αποκτήσει μεγαλύτερο κοινωνικό βάθος και ευρύτερη γεωγραφική εμβέλεια.
Το επόμενο βήμα πρέπει να είναι η μετάβαση από τη σταθερότητα στη σύγκλιση. Σύγκλιση των ελληνικών μισθών με τους ευρωπαϊκούς. Σύγκλιση της περιφέρειας με τα μεγάλα αστικά κέντρα. Σύγκλιση της παραγωγικότητας των επιχειρήσεών μας με εκείνη των ισχυρότερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Σύγκλιση, τελικά, ανάμεσα στους θετικούς εθνικούς δείκτες και στην καθημερινή εμπειρία του πολίτη.
Αυτό προϋποθέτει μια οικονομική πολιτική με καθαρές προτεραιότητες: περαιτέρω ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος, περισσότερες και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, στήριξη της οικογένειας και της νέας γενιάς, ουσιαστική αντιμετώπιση του Στεγαστικού, ταχύτερη απονομή της Δικαιοσύνης και ένα κράτος απλούστερο, αποτελεσματικότερο και πραγματικά φιλικό προς τον πολίτη και την επιχειρηματικότητα.
Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα της αβεβαιότητας και της διεθνούς καχυποψίας. Είναι μια χώρα περισσότερο αξιόπιστη, πιο ανθεκτική και θεσμικά ισχυρότερη. Αυτό δεν σημαίνει ότι λύθηκαν όλα. Σημαίνει, όμως, ότι έχουμε πλέον τη δυνατότητα να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα από πολύ καλύτερη αφετηρία. Η φετινή ΔΕΘ οφείλει, επομένως, να σηματοδοτήσει όχι έναν κύκλο πρόσκαιρων παροχών, αλλά ένα συνεκτικό σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Με δημοσιονομική υπευθυνότητα, κοινωνική ευαισθησία και μεταρρυθμιστική αποφασιστικότητα.
Γιατί η μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι μόνο να αναγνωρίζεται ότι η Ελλάδα άλλαξε. Είναι αυτή την αλλαγή να τη νιώσει στην πράξη κάθε οικογένεια, κάθε εργαζόμενος, κάθε νέος και κάθε άνθρωπος της παραγωγής.
















