Άνω κάτω έχει γίνει ο ΣΕΒ με τα καμώματα του προέδρου του Olympia Group Ιωάννη Καραγιάννη, ο οποίος αναλαμβάνοντας ρόλο που δεν του αναλογεί, έχει προκαλέσει διπλωματικό θέμα με την Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης.
Χωρίς να έχει καμία θεσμική αρμοδιότητα παρά μόνο τη θέση του επικεφαλής για τα ESG, σύμφωνα με το ρεπορτάζ της εφημερίδας «Political», ο κ. Καραγιάννης ανέλαβε πρωτοβουλίες που αν μη τι άλλο δείχνουν ότι δεν γνωρίζει καν τον ρόλο που έχει. Ειδικότερα, εδώ και αρκετό καιρό η διοίκηση της ΕΛΤΕ, της εποπτικής αρχής που εποπτεύει το έργο των ορκωτών ελεγκτών, είχε αποστείλει στον ΣΕΒ σχέδιο για το ελεγκτικό πλαίσιο αξιολόγησης και επάρκειας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου. Η αποστολή του σχεδίου έγινε με στόχο να διατυπωθούν προτάσεις ώστε στην τελική απόφαση η ΕΛΤΕ να λάβει υπ’ όψιν της τα σχόλια και τις προτάσεις του μεγαλύτερου συνδέσμου στην Ελλάδα, που εκπροσωπεί μεγάλες επιχειρήσεις και εισηγμένες βεβαίως.
Δεν προχώρησε
Η Επιτροπή του κ. Καραγιάννη όλο αυτό το διάστημα δεν προχώρησε σε καμία απολύτως πρόταση, παρότι είχε άπλετο χρόνο, και όταν η πλευρά ενημέρωσε ότι θα πρέπει να λάβει προτάσεις αντί να τις καταθέσει, επέλεξε -και μάλιστα αυτοβούλως και χωρίς να λάβει έγκριση- να στείλει μια επιθετική επιστολή στην ΕΛΤΕ, στην οποία διαμαρτύρεται ότι δεν του δόθηκε χρόνος. Στην επιστολή ζητά μάλιστα συνάντηση με την ηγεσία της ΕΛΤΕ και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς.
Το γεγονός αυτό προκάλεσε εντύπωση στην ηγεσία του ΣΕΒ, καθώς ο Σύνδεσμος δεν συνηθίζει να επιδίδεται σε τέτοιες πρακτικές και μάλιστα αναιτίως και ήδη υπάρχει προβληματισμός για το τι ενέργειες θα γίνουν προκειμένου να αποφευχθούν «φαινόμενα Καραγιάννη» στο μέλλον.
Η ΕΛΤΕ, όπως ήταν αναμενόμενο, τον αγνόησε και προχώρησε ήδη στην έκδοση του νέου ελεγκτικού πλαισίου. Σημειώνεται ότι ο κ. Καραγιάννης κατέθεσε και προτάσεις, οι οποίες δεν είναι προτάσεις, καθώς για παράδειγμα αναφέρει ότι «η συνολική μορφή του πλαισίου, καθώς και οι πίνακες που το συνοδεύουν στερούνται λειτουργικής συνοχής και λογικής, γεγονός που δυσχεραίνει τόσο την κατανόηση όσο και την ομοιόμορφη εφαρμογή τους από ελεγκτές και ελεγχόμενες εταιρείες». Αυτό και μόνο δείχνει ότι δεν έχει κατανοήσει ότι το πλαίσιο ελέγχου απευθύνεται στους ορκωτούς και όχι στις ελεγχόμενες.
Το τερμάτισε
Πέραν αυτού, το… τερματίζει ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, πρώτον ότι «το πλαίσιο θα έπρεπε να έχει σχεδιαστεί εξαρχής ως ένα ψηφιακά δομημένο και ενεργό αρχείο πινάκων ελέγχου και αξιολόγησης, με δυνατότητα τεκμηριωμένων απαντήσεων σε θέματα και ερωτήματα, είτε περιγραφικά, είτε με απλές δυαδικές απαντήσεις (ναι/όχι), είτε με βαθμολογική κλίμακα». Η σημερινή μορφή του δεν υποστηρίζει μια σύγχρονη, αποτελεσματική και συγκρίσιμη διαδικασία αξιολόγησης.
Δεύτερον, ότι στην πράξη έχει διαπιστωθεί ότι τα βήματα ελέγχου που αφορούν τα πληροφοριακά συστήματα είναι υπέρμετρα εξαντλητικά και λαμβάνουν δυσανάλογα αυξημένη βαρύτητα σε σχέση με άλλες θεματικές της αξιολόγησης, με αποτέλεσμα τη σημαντική επιμήκυνση του χρόνου ολοκλήρωσης της διαδικασίας. Κρίνεται σκόπιμο να επαναξιολογηθούν με σαφή στόχο τη μείωση και τον εξορθολογισμό τους.
Σε απλά ελληνικά, ζητάει έλεγχο με κουτάκια αλλά και να μην ελέγχονται εξονυχιστικά τα πληροφοριακά συστήματα, τα οποία αποτελούν εστία απάτης. Είναι απορίας άξιον πώς δεν ζήτησε να κάνει ο ίδιος τον έλεγχο και να τον δίνει έτοιμο στους ορκωτούς ελεγκτές.












