Η συζήτηση για τη Συνταγματική Αναθεώρηση δεν προσφέρεται για ψιθύρους. Απαιτεί καθαρές κουβέντες, συγκεκριμένες θέσεις και, πάνω απ’ όλα, πολιτικό θάρρος. Γιατί αυτή δεν είναι μια τυπική κοινοβουλευτική διαδικασία. Είναι η στιγμή της αλήθειας: ποιος πιστεύει πραγματικά ότι η χώρα πρέπει να αλλάξει και ποιος προτιμά την ασφάλεια της ακινησίας, ακόμα κι αν αυτή έχει αποδειχθεί αδιέξοδη.
Η κυβέρνηση άνοιξε τον διάλογο υλοποιώντας μια θεσμική δέσμευση. Και το έκανε φέρνοντας στο προσκήνιο ζητήματα που για χρόνια όλοι αναγνώριζαν, αλλά ελάχιστοι αποφάσιζαν να αγγίξουν. Τώρα, όμως, οι υπεκφυγές τελείωσαν.
Θέλουμε ένα Σύνταγμα που να απαντά στις ανάγκες της εποχής ή ένα κείμενο παγιδευμένο σε φοβικά αντανακλαστικά; Αν δεν υπάρξει ουσιαστική συναίνεση, αναθεώρηση δεν γίνεται. Αλλά η συναίνεση δεν είναι καταφύγιο αποφυγής ευθυνών. Είναι στάση ευθύνης, είναι επιλογή πλευράς.
Οι προτάσεις είναι ξεκάθαρες: δημοσιονομική σταθερότητα, αλλαγή στον νόμο περί ευθύνης υπουργών, δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων, ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, αξιολόγηση στο Δημόσιο. Αγγίζουν τον πυρήνα της σχέσης κράτους και πολίτη. Αγγίζουν την ποιότητα της Δημοκρατίας, την αξιοπιστία της πολιτικής, την καθημερινότητα των επόμενων γενεών.
Στην οικονομία, η απάντηση δεν σηκώνει αστερίσκους. Χρειάζονται ασφαλιστικές δικλίδες ώστε να μη ζήσουμε ξανά τις περιπέτειες που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία. Η κοινωνία πλήρωσε ακριβά τον λαϊκισμό. Δεν θέλαμε να τον ξαναπληρώσει, ούτε να επιστρέψουμε σε πειράματα χωρίς αντίκρισμα. Στο άρθρο 86, επίσης, πρέπει να μιλήσουμε καθαρά. Το «αμελλητί», που θεσπίστηκε το 2001, σήμαινε ότι η Δικαιοσύνη σταματούσε την έρευνα μόλις εμφανιζόταν όνομα πολιτικού. Αν θέλουμε εμπιστοσύνη, τέτοιες ρυθμίσεις οφείλουμε να τις ξαναδούμε χωρίς φόβο, χωρίς υπολογισμούς, με γνώμονα τη διαφάνεια.
Η ιστορία έχει δείξει τι συμβαίνει όταν λείπει η τόλμη. Σήμερα δεν έχουμε την πολυτέλεια να επαναλάβουμε τα ίδια. Γιατί ο πήχης είναι ψηλά. Να φτάσουμε στο 2030 -στα 200 χρόνια από τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους- έχοντας αφήσει πίσω μας παθογένειες δεκαετιών. Με θεσμούς που λειτουργούν καλύτερα, με περισσότερη διαφάνεια, με μεγαλύτερη λογοδοσία.
Το χρονοδιάγραμμα είναι μπροστά μας και η τελική εισήγηση θα παρουσιαστεί μέσα στον Μάρτιο. Εκεί θα φανεί ποιος θέλει τις αλλαγές και ποιος φοβάται το πολιτικό κόστος. Η ευθύνη βαραίνει όλους μας, χωρίς εξαιρέσεις, και η ιστορία δεν θα δείξει καμία επιείκεια σε όσους κρυφτούν πίσω από εύκολες σιωπές και δικαιολογίες. Το ερώτημα, τελικά, παραμένει στον πυρήνα του τόσο απλό και δεν επιδέχεται υπεκφυγές: αν όχι τώρα, πότε; Και κυρίως, ποιος φοβάται τις αλλαγές;











