Μπορεί η κυβέρνηση να ανακοίνωσε νέα δέσμη μέτρων για την αντιμετώπιση των πιέσεων από την ενεργειακή κρίση, όμως οι εκπρόσωποι της αγοράς κρατούν χαμηλά τον πήχη των προσδοκιών, επισημαίνοντας ότι οι παρεμβάσεις προσφέρουν προσωρινή ανάσα, αλλά δεν απαντούν στο πρόβλημα του υψηλού ενεργειακού κόστους.
Ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών, Γιάννης Χατζηθεοδοσίου, χαρακτήρισε καλοδεχούμενα τα μέτρα, αλλά ξεκαθάρισε ότι δεν επαρκούν για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης. Όπως σημείωσε, οι ανακοινώσεις αφήνουν «μια γλυκόπικρη γεύση», καθώς από τη μία πλευρά υπάρχουν παρεμβάσεις που μπορούν να στηρίξουν νοικοκυριά και μικρομεσαίες επιχειρήσεις, από την άλλη όμως η αύξηση της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης θεωρείται περιορισμένη σε σχέση με την ένταση των ανατιμήσεων.
«Από τη μία, θέλω να επισημάνω ότι ελήφθησαν θετικά μέτρα που μπορούν να δώσουν μια ανάσα στην κοινωνία και ειδικά στους μικρομεσαίους. Δεν αναφέρομαι τόσο στην αύξηση της επιδότησης του πετρελαίου κίνησης, ειδικά αν σκεφτούμε ότι μέχρι πριν από λίγους μήνες κόστιζε στον καταναλωτή περίπου 1,7 ευρώ το λίτρο και σήμερα έχει ξεπεράσει τα 2,2 σημειώνοντας αύξηση κατά περίπου 30% μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα. Εφόσον η ενεργειακή κρίση συνεχιστεί, η επιδότηση που ανακοινώθηκε και που ουσιαστικά είναι 5 λεπτά υψηλότερη από αυτήν που ίσχυε έως σήμερα, σύντομα θα “εξατμιστεί” από τις νέες αυξήσεις που θα έρθουν», επισημαίνει ο πρόεδρος του Ε.Ε.Α.
Στο σκέλος των οφειλών, πάντως, ο κ. Χατζηθεοδοσίου αναγνωρίζει ως θετική εξέλιξη την αύξηση των δόσεων από 72 σε 120, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για πάγιο αίτημα της αγοράς. Ζητά, ωστόσο, να συνοδευτεί από ουσιαστική αντιμετώπιση των προσαυξήσεων, ώστε η ρύθμιση να μπορεί πράγματι να αξιοποιηθεί από τους οφειλέτες. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι η νέα ρύθμιση προβλέπει έως 120 δόσεις, με ελάχιστη καταβολή 30 ευρώ.
Θετικά σχολιάζεται επίσης από την πλευρά του ΕΕΑ η αυστηροποίηση του πλαισίου για τους servicers και η προστασία των συνεπών οφειλετών. Την ίδια ώρα, το Επιμελητήριο Πειραιώς επισημαίνει ότι η τήρηση μιας συμφωνημένης ρύθμισης πρέπει να παρέχει ασφάλεια στον οφειλέτη και ότι οι προβλεπόμενες κυρώσεις χρειάζονται γρήγορη εφαρμογή και αποτελεσματική εποπτεία.
Στο μέτωπο των καυσίμων, το ΕΒΕΠ χαρακτηρίζει περιορισμένη την ανακούφιση που προσφέρουν οι νέες παρεμβάσεις. Η επιδότηση του πετρελαίου κίνησης αυξάνεται από τα 10 στα 15 λεπτά ανά λίτρο για το πρώτο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου, ενώ μαζί με την έκπτωση των διυλιστηρίων η συνολική ελάφρυνση αναμένεται να φτάσει τα 20 λεπτά ανά λίτρο. Για το πετρέλαιο θέρμανσης, οι σχετικές ανακοινώσεις αναμένονται πριν από τις 15 Οκτωβρίου.
Ο πρόεδρος του ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης, υπογραμμίζει ότι η αγορά χρειάζεται λύσεις που δεν θα περιορίζονται σε προσωρινές επιδοτήσεις, αλλά θα αντιμετωπίζουν το ενεργειακό κόστος σε βάθος χρόνου.
«Η ανάγκη παρέμβασης της κυβέρνησης ήταν επιβεβλημένη και καλώς θέτει τις προτεραιότητες νοικοκυριών και επιχειρήσεων στο πακέτο μέτρων. Η αγορά έχει ανάγκη από ένα ουσιαστικό και άμεσα εφαρμόσιμο πακέτο παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση του αυξημένου ενεργειακού κόστους. Με τις τιμές των καυσίμων να επιβαρύνουν νοικοκυριά, μεταφορές και επιχειρήσεις, η ενεργειακή ακρίβεια έχει πλέον εξελιχθεί από εξωτερικό γεωπολιτικό σοκ σε εσωτερικό πρόβλημα κόστους και ανταγωνιστικότητας. Η συνέχιση της στήριξης στο πετρέλαιο κίνησης είναι σημαντική, καθώς θα λειτουργήσει ως μικρό ανάχωμα απέναντι στη μεταφορά του αυξημένου κόστους στην εφοδιαστική αλυσίδα και, τελικά, στις τιμές των προϊόντων. Ωστόσο, η διάρκεια και η ένταση της ενεργειακής κρίσης επιβάλλουν μια ευρύτερη προσέγγιση.
Η αγορά χρειάζεται παρεμβάσεις που θα καλύπτουν τις επιχειρήσεις, τις μεταφορές και την παραγωγή. Χρειάζεται να εξεταστεί κάθε διαθέσιμο δημοσιονομικό και ευρωπαϊκό εργαλείο που μπορεί να περιορίσει το κόστος καυσίμων και ηλεκτρικής ενέργειας, χωρίς να διαταράξει τη δημοσιονομική σταθερότητα. Η αντιμετώπιση της ενεργειακής ακρίβειας πρέπει να κινηθεί σε δύο χρόνους, την άμεση ανακούφιση σήμερα και τη μόνιμη μείωση του ενεργειακού κόστους αύριο. Οι προσωρινές επιδοτήσεις είναι απαραίτητες όσο διαρκεί η έκτακτη κρίση, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν μόνιμο μηχανισμό. Η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τη διπλή πίεση της ακριβής ενέργειας και του υψηλού κόστους χρήματος. Για τις ΜμΕ αυτό σημαίνει μικρότερη ρευστότητα, ακριβότερο κεφάλαιο κίνησης, αυξημένο κόστος μεταφορών και περιορισμό των επενδύσεων. Γι’ αυτό τα μέτρα πρέπει να εξακολουθήσουν να είναι στοχευμένα, επαρκή, προσωρινά, όπου απαιτείται, και αναπτυξιακά, όπου είναι δυνατόν. Το ζητούμενο δεν είναι να επιδοτούμε επ’ αόριστον την ακριβή ενέργεια. Είναι να προστατεύσουμε την οικονομία από ένα εξωγενές ενεργειακό σοκ και, ταυτόχρονα, να μειώσουμε μόνιμα την ενεργειακή εξάρτηση των ελληνικών επιχειρήσεων. Κάθε ευρώ που μειώνει το ενεργειακό κόστος της παραγωγής και των μεταφορών προστατεύει τη ρευστότητα των επιχειρήσεων, συγκρατεί τις τιμές και ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας».
Στο ίδιο πνεύμα, ο Γιάννης Χατζηθεοδοσίου επιμένει ότι απαιτούνται πιο δραστικές παρεμβάσεις, με το ΕΕΑ να επαναφέρει τις προτάσεις για μείωση του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και του ΕΦΚ στα καύσιμα.
«αν και κάποια από αυτά θα μπορούσαν να έχουν υιοθετηθεί εδώ και πολύ καιρό. Όμως δεν επαρκούν για να αντιμετωπισθεί η πρωτοφανής ενεργειακή κρίση. Ως Επιμελητήριο συνεχίζουμε να υποστηρίζουμε την ανάγκη μείωσης του ΦΠΑ σε βασικά αγαθά και του ΕΦΚ στα καύσιμα, έστω και για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα. Αν δεν προχωρήσουμε ούτε τώρα σε τολμηρές λύσεις, οι συνέπειες του τεράστιου ενεργειακού κόστους θα είναι οδυνηρές τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις επιχειρήσεις», συνοψίζει ο Γιάννης Χατζηθεοδοσίου.
Το μήνυμα από την αγορά, επομένως, είναι διπλό: οι παρεμβάσεις για τις οφειλές και τα καύσιμα αναγνωρίζονται ως μέτρα άμεσης ανακούφισης, όμως τα επιμελητήρια ζητούν παράλληλα μια πιο μόνιμη στρατηγική για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.
















