Καθώς η χώρα εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική τροχιά, διαμορφώνεται ένα παράδοξο πολιτικό σκηνικό. Από τη μια πλευρά, σχεδόν το σύνολο της αντιπολίτευσης (παλαιά και νέα κόμματα) περιγράφει μια Ελλάδα που θυμίζει αποτυχημένο κράτος: χωρίς θεσμούς, χωρίς δικαιοσύνη, χωρίς ασφάλεια, χωρίς προοπτική, χωρίς λειτουργική δημόσια υγεία, με οικονομία σε διαρκή παρακμή και με μια κυβέρνηση που, σύμφωνα με την κριτική της, ευθύνεται σχεδόν αποκλειστικά για κάθε πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του Φώτη Σιούμπουρα για την εφημερίδα «Political», παράλληλα άρχισε και ο πλειοδοτικός διαγωνισμός είτε με ξαναζεσταμένες υποσχέσεις είτε με «προγράμματα Θεσσαλονίκης» και παροχές, που οδηγούν σε δημοσιονομικό εκτροχιασμό.

Και από την άλλη, μια κυβέρνηση με λάθη και καθυστερήσεις, αλλά προσηλωμένη στην εφαρμογή μιας οικονομικής πολιτικής, η οποία συνδυάζει τη δημοσιονομική σταθερότητα με την κοινωνική ευαισθησία. Μια κυβέρνηση που καταβάλλει συνεχείς προσπάθειες για την έτι περαιτέρω βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των πολιτών και έχει αποκαταστήσει σε σημαντικό βαθμό την εικόνα της χώρας σε διεθνές επίπεδο.

Σύνθετη πραγματικότητα

Οι ίδιοι οι πολίτες βιώνουν μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα. Ναι, υπάρχουν σοβαρά προβλήματα. Ναι, υπάρχουν παθογένειες που επιμένουν. Ναι, υπάρχουν αστοχίες και φαινόμενα διαφθοράς που προκαλούν δικαιολογημένη αγανάκτηση. Όμως η εικόνα μιας χώρας που βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση δεν συμβαδίζει με τα βασικά δεδομένα της πραγματικότητας.

Η ελληνική οικονομία καταγράφει τα τελευταία χρόνια ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο. Η ανεργία έχει μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την περίοδο της κρίσης. (Από το 17%-18% του 2019 έχει υποχωρήσει σε επίπεδα κοντά στο 8% και έχουν δημιουργηθεί σχεδόν 500.000 νέες θέσεις εργασίας.) Οι επενδύσεις έχουν αυξηθεί. Η χώρα ανακτά σταδιακά την αξιοπιστία της στις διεθνείς αγορές και στους ευρωπαϊκούς θεσμούς. Η διεθνής της θέση είναι αναβαθμισμένη σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν, ενώ οι γεωπολιτικές της συμμαχίες είναι ισχυρότερες από ποτέ.

Ασφαλώς και η Ελλάδα δεν είναι «παράδεισος». Δεν είναι όμως και «κόλαση», όπως καταμαρτυρούν παλαιά και νέα κόμματα της αντιπολίτευσης. Και δεν είναι μια χώρα όπου ευδοκιμούν μόνον οι αριθμοί. Η Ελλάδα του 2026 δεν είναι η Ελλάδα του 2015. Είναι μια χώρα που προχώρησε σημαντικά μετά τη δεκαετή κρίση, αλλά εξακολουθεί να κουβαλά βαριά θεσμικά και διοικητικά βάρη δεκαετιών.

Οι αυξημένες τιμές πιέζουν τα νοικοκυριά. Η στέγαση αποτελεί ίσως το μεγαλύτερο κοινωνικό πρόβλημα της νέας γενιάς. Οι μισθοί, παρότι έχουν βελτιωθεί σημαντικά, παραμένουν χαμηλότεροι από τις πραγματικές ανάγκες των πολιτών. Η Δικαιοσύνη χρειάζεται ακόμη πιο βαθιές μεταρρυθμίσεις. Το κράτος εξακολουθεί διαχρονικά να κουβαλά νοοτροπίες δεκαετιών. Και ναι, τα πρόσφατα διαχρονικά «σκάνδαλα» με τις κοινοτικές επιδοτήσεις, τις πολεοδομίες και δημόσιες υπηρεσίες αποδεικνύουν ότι θύλακες διαφθοράς εξακολουθούν να επιβιώνουν. Όμως εδώ βρίσκεται η ουσία.

Τα προβλήματα αυτά είναι η απόδειξη ότι το «βαθύ κράτος» δεν έχει ακόμη ηττηθεί. Δεν αποτελούν όμως απόδειξη ότι η χώρα έχει καταρρεύσει. Και η κυβέρνηση, που πράγματι σε κάποιες περιπτώσεις έχει επιδείξει αδράνεια στην επίλυση διαχρονικών προβλημάτων, έχει αποδείξει πως μόλις αυτά έρχονται στην επιφάνεια λύνει τον γόρδιο δεσμό λαμβάνοντας καταλυτικές αποφάσεις.

Η χώρα σήμερα αποτελεί παράδειγμα ανάκαμψης μιας οικονομίας που πριν από λίγα χρόνια πολλοί θεωρούσαν χαμένη υπόθεση. Για αυτό και η αντιπολίτευση δυσκολεύεται να πείσει. Διότι οι πολίτες μπορεί να είναι δυσαρεστημένοι. Μπορεί να θεωρούν ότι η κυβέρνηση δεν έκανε 100% όσα υποσχέθηκε. Μπορεί να ζητούν περισσότερα, και δικαιολογημένα. Αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να αποδεχθούν ότι ζουν σε μια χώρα-κόλαση. Σε μια χώρα χωρίς μέλλον.

Το πραγματικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης δεν είναι ότι καταγγέλλει την κυβέρνηση. Είναι ότι δείχνει να επενδύει πολιτικά στην αποτυχία της ίδιας της χώρας. Και εκεί βρίσκεται το όριο της στρατηγικής της. Διότι οι Έλληνες έχουν περάσει μνημόνια, χρεοκοπία, capital controls, πανδημία, ενεργειακή κρίση και γεωπολιτικές αναταράξεις. Ξέρουν πολύ καλά τι σημαίνει πραγματική καταστροφή. Και για αυτό δυσκολεύονται να πιστέψουν όσους τους λένε σήμερα ότι ζουν ξανά μέσα σε αυτήν.

Το μεγαλύτερο ίσως έλλειμμα της σημερινής αντιπολίτευσης δεν είναι η κριτική της προς την κυβέρνηση. Η κριτική αποτελεί θεμελιώδη λειτουργία της δημοκρατίας. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά η κριτική υποκαθιστά την πολιτική πρόταση. Όταν κάθε θεσμός παρουσιάζεται ως διεφθαρμένος, κάθε κρατική λειτουργία ως αποτυχημένη και κάθε κυβερνητική πρωτοβουλία, όπως η κορυφαία προσφάτως για αναθεώρηση του Συντάγματος, ως προϊόν πολιτικών σκοπιμοτήτων ή ακόμη χειρότερα σκοτεινών συμφερόντων, τότε το πολιτικό σύστημα οδηγείται σε μια μορφή συλλογικού μηδενισμού.

Ανάγκη για εναλλακτική πρόταση

Η πολιτική όμως δεν μπορεί να οικοδομηθεί μόνο πάνω στην οργή. Χρειάζεται σχέδιο. Χρειάζεται εναλλακτική πρόταση. Χρειάζεται να απαντηθεί το ερώτημα: «Τι θα κάνατε διαφορετικά;». Μέχρι στιγμής, μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου αναλώνεται στο «ποιος φταίει» και λιγότερο στο «πώς διορθώνεται».

Η κοινωνία έχει κουραστεί από την καταστροφολογία. Οι πολίτες δικαιούνται να ακούσουν όχι μόνο τι δεν λειτουργεί, αλλά και πώς μπορεί να λειτουργήσει καλύτερα. Ποιος μπορεί να υπηρετήσει το μέλλον της χώρας με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, σοβαρότητα και αίσθηση ευθύνης. Και η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν θα δοθεί από τις πιο δυνατές καταγγελίες, τις αόριστες υποσχέσεις, τις δημοσιονομικά μη εφαρμόσιμες.

Το δείχνουν εξάλλου και οι τελευταίες δημοσκοπήσεις. Όλες οι έρευνες αναδεικνύουν ότι η κοινωνία θέλει δύο απλά πράγματα: σταθερότητα και να δει βελτίωση στο βιοτικό επίπεδο, στην ποιότητα της καθημερινής ζωής συνολικά. Για αυτό προτάσσει τη σταθερότητα έναντι της διαμαρτυρίας ως κριτήριο ψήφου και προτιμά αυτοδύναμες κυβερνήσεις ως πρώτη επιλογή. Το κοινωνικό σώμα, εν ολίγοις, δείχνει έναν ρεαλισμό, στοιχεία ωρίμανσης, σε πλήρη αντίθεση με ό,τι επιδεικνύει στο σύνολό της η αντιπολίτευση, παλαιά και νέα κόμματα.