Ένα νέο είδος μικροσκοπικού σκουληκιού ανακαλύφθηκε στη Μεγάλη Αλμυρή Λίμνη των ΗΠΑ, και όχι, δεν είναι απλώς ένα ακόμη μικρό ζωύφιο. Οι επιστήμονες το ονόμασαν Diplolaimelloides woaabi, τιμώντας την τοπική γλώσσα των ιθαγενών, όπου «Wo’aabi» σημαίνει… σκουλήκι!
Ένα μικροσκοπικό θαύμα του κόσμου των νηματωδών
Οι νηματώδεις είναι από τα πιο πολυάριθμα πλάσματα στον πλανήτη, αλλά το μέγεθός τους σπάνια ξεπερνά το ένα χιλιοστό. Παρ’ όλα αυτά, παίζουν τεράστιο ρόλο στα οικοσυστήματα: περίπου το 80% της ζωής στα εδάφη και το 90% των οργανισμών στον πυθμένα των ωκεανών ανήκουν σε αυτούς. Μέχρι πρόσφατα, όμως, δεν υπήρχαν στοιχεία για την ύπαρξή τους στη Μεγάλη Αλμυρή Λίμνη.
Η ανακάλυψη έγινε το 2022 από την ερευνήτρια Τζούλι Γιουνγκ, η οποία συνέλεξε τα δείγματα μέσα σε μικροβιακές αποθέσεις στον πυθμένα της λίμνης, γνωστές ως «μικροβιαλίτες». Χρειάστηκαν τρία χρόνια για να επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται για νέο είδος.
Τρίτο είδος ζώου στη λίμνη
Το Diplolaimelloides woaabi είναι μόλις το τρίτο γνωστό ζώο που ζει στα υπεράλμυρα νερά της λίμνης, μαζί με τις γαρίδες άλμης και τις μύγες άλμης, τα οποία αποτελούν τροφή για εκατομμύρια αποδημητικά πουλιά. Επιπλέον, γενετικά δεδομένα αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρχει και δεύτερο, άγνωστο είδος νηματώδους στη λίμνη.
Πώς βρέθηκαν εκεί;
Οι επιστήμονες εξετάζουν δύο βασικές θεωρίες: είτε πρόκειται για αρχαία είδη που επιβίωσαν εκεί για εκατομμύρια χρόνια, είτε μεταφέρθηκαν από αποδημητικά πουλιά. «Δύσκολο να το πιστέψει κανείς, αλλά πρέπει να ισχύει κάποιο από τα δύο», σχολιάζει ο καθηγητής Μάικλ Βέρνερ.
Τι μας αποκαλύπτει το μικροσκοπικό σκουλήκι
Οι νηματώδεις ζουν μέσα σε στρώσεις φυκιών και τρέφονται με βακτήρια, ενώ οι αλλαγές στους πληθυσμούς τους μπορούν να αποκαλύψουν μεταβολές στην ποιότητα του νερού ή στη χημεία των ιζημάτων. Με τη Μεγάλη Αλμυρή Λίμνη να απειλείται από ανθρώπινες δραστηριότητες, το Diplolaimelloides woaabi μπορεί να γίνει πολύτιμος δείκτης για την παρακολούθηση της περιβαλλοντικής της υγείας.
«Όταν λίγα μόνο είδη μπορούν να επιβιώσουν σε τέτοιες συνθήκες, γίνονται εξαιρετικοί δείκτες για την κατάσταση του οικοσυστήματος», σημειώνει ο καθηγητής Μπάιρον Άνταμς.












