
«Αν όχι τώρα, πότε;» Ήταν το μεγάλο και ουσιαστικό ερώτημα αυτό, που διατύπωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός, απευθυνόμενος προς τον Τούρκο πρόεδρο, κατά την προ δύο ημερών συνάντησή τους. Και αναφερόταν ασφαλώς στην ευκαιρία, που παρουσιάζεται τώρα, για να αρθεί «κάθε απειλή στις μεταξύ μας σχέσεις», εννοώντας προφανώς την εκ μέρους της γείτονος άρση του casousbelli, για ένα εκ των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας, δηλαδή την επέκταση στα 12 μίλια.
Ναι, ρητορική ήταν η έκκληση του Έλληνα πρωθυπουργού. Ναι, δεν προδικάζει συμμόρφωση της άλλης πλευράς. Αλλά ήταν η υπενθύμιση ενός κυριαρχικού δικαιώματος. Και στην υπενθύμιση αυτή ο Τούρκος πρόεδρος δεν αντέδρασε , όπως άλλοτε, «με το θυμικό». Δεν επανέλαβε τις απειλές. Έκανε αναφορά στην ανάγκη επικράτησης σχέσεων καλής γειτονίαςκαι, κυρίως, στην αναθέρμανση της σχέσης της Τουρκίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, ανοίγοντας ένα κάποιο παράθυρο ελπίδας ότι μπορεί κάποτε να οδηγηθεί μέχρι και στην αποδοχή του διεθνούς νόμου για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Έστω και μόνον γι αυτό, το «αν όχι τώρα πότε» δηλαδή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αξίζει να είναι στη θέση που χρειάζεται για να συνεχίσει τον διάλογο με τον Ερντογάν, αν και όταν εμφανιστεί παρόμοια ευκαιρία. Τότε που θα είναι πολύ ευκολότερο οι δυο τους να συνομολογήσουν τα ανομολόγητα. Γιατί ,«αν όχι τότε, ποτέ» θα μπορούσε κανείς να ανασυντάξει το ως άνω ερώτημα.
Και μόνο από αυτή την άποψη πάντως η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν ήταν και χρήσιμη και επιθυμητή –και για πολλούς λόγους. Αυτές οι συναντήσεις κορυφής εξ άλλου μόνο όφελος έχουν. Και οι δύο πλευρές επιθυμούσαν την επαφή για πολλούς λόγους που γίνονται μάλλον εύκολα αντιληπτοί αν κανείς αναλύσει τις προετοιμασμένες δηλώσεις που ακολούθησαν και για τις οποίες χωρίς αμφιβολία είχε προηγηθεί αμοιβαία ενημέρωση και συμφωνία για «ήρεμα νερά»
Για την ελληνική διπλωματία, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με δύσκολες στρατηγικές επιλογές, με δεδομένη την τραυματισμένη διατλαντική ενότητα, το τελευταίο που θα θέλαμε θα ήταν μια επιστροφή σε συνθήκες έντασης στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Άλλωστε, ακόμη σε λιγότερο δύσκολες εποχές, η επιλογή των κλειστών διαύλων με την Τουρκία μόνο μας έβλαψε. Πρέπει επιτέλους να εγκαταλείψουμε την αυταπάτη ότι οι επαφές και ο διάλογος λειτουργεί εις βάρος μας. Το επιχείρημα ότι τα «ήρεμα νερά» διευκολύνουν την Άγκυρα και απονομιμοποιούν τις θέσεις μας έναντι των εταίρων μας δεν αντέχει σε καμία θεωρητική επεξεργασία και κυρίως δεν αντέχει καμία εμπειρική ανάλυση. Είναι αφέλεια να θεωρούμε ότι αν γκρεμίσουμε τις γέφυρες επικοινωνίας με την Τουρκία, οι Ευρωπαίοι ή Αμερικανοί εταίροι μας θα συνταχθούν πίσω μας και θα πιέσουν την Τουρκία να αλλάξει τις θέσεις της. Με αδιαπραγμάτευτη αφετηρία την αξιόπιστη αποτροπή, η ελληνική στρατηγική οφείλει να επιδιώκει την επικοινωνία και τη συζήτηση με την Τουρκία, για -τουλάχιστον -το επί της ουσίας ξεκαθάρισμα. Και το είδαμε προχθές κατά τη συνάντηση των δύο ηγετών. Είπε τα δικά του ο Ερντογάν (για μια ακόμη φορά), είπαμε τα δικά μας (μάλλον για πρώτη φορά). Κάπως έτσι προχωρούν οι καταστάσεις.
Κάπως έτσι δημιουργούνται οι προϋποθέσεις και δίνονται οι ευκαιρίες για το πότε θα επιλυθούν οι όποιες διαφορές και όχι όταν ο ένας αποφεύγει να κοιτάξει τον άλλον κατάματα και να παραπέμπονται οι ευκαιρίες στο ποτέ…











