Λίγες ώρες μετά τη συνάντηση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα και ενώ η συζήτηση για πιθανή επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 βρίσκεται ξανά στο προσκήνιο, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας Νίκος Δένδιας έστειλε ένα σαφές πολιτικό μήνυμα προς την Ουάσιγκτον. Παράλληλα, έθεσε δημόσια το ερώτημα εάν η ενίσχυση της τουρκικής πολεμικής αεροπορίας υπηρετεί πραγματικά τα στρατηγικά συμφέροντα του ΝΑΤΟ και τη σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Από το βήμα του 30ού ετήσιου συνεδρίου του Economist, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας τοποθετήθηκε ξεκάθαρα απέναντι τόσο στο ενδεχόμενο πώλησης αμερικανικών κινητήρων για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN όσο και στην πιθανή επανένταξη της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, σε μια περίοδο που οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις φαίνεται να εισέρχονται σε νέα φάση.
Συνομιλώντας με τον Daniel Franklin, Executive Editor και Senior Editor του Economist, στην ενότητα «Guarding the Future: Defending Europe at Strategic Frontiers», ο κ. Δένδιας υπογράμμισε ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να βλέπει θετικά μια τέτοια εξέλιξη. «Δεν είμαστε χαρούμενοι ούτε με το ενδεχόμενο η Τουρκία να αποκτήσει F-35 ούτε με το να της δοθούν κινητήρες για τα νέα της μαχητικά αεροσκάφη», δήλωσε χαρακτηριστικά.
Στη συνέχεια έθεσε το βασικό ερώτημα προς την αμερικανική πλευρά, εάν μια τέτοια απόφαση εξυπηρετεί πραγματικά τα συμφέροντα των Ηνωμένων Πολιτειών. «Η συνοχή του ΝΑΤΟ και η σταθερότητα στην Ανατολική Μεσόγειο είναι πολύ σημαντικές για τις ΗΠΑ. Με αυτό το δεδομένο, είναι προς όφελος των Ηνωμένων Πολιτειών να παραχωρηθεί μια τόσο προηγμένη πλατφόρμα χωρίς σαφείς περιορισμούς ότι δεν θα χρησιμοποιηθεί εναντίον άλλου κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ;» διερωτήθηκε.
Η τοποθέτηση του υπουργού αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς πραγματοποιείται σε μια χρονική συγκυρία κατά την οποία η Άγκυρα επιχειρεί να αξιοποιήσει το θετικό κλίμα που διαμορφώθηκε μετά τη συνάντηση Τραμπ – Ερντογάν, επιδιώκοντας την άρση των αμερικανικών περιορισμών τόσο για το πρόγραμμα των F-35 όσο και για την προμήθεια κρίσιμων τεχνολογιών που αφορούν το εθνικό μαχητικό KAAN.
Η «Ατζέντα 2030» αλλάζει το μοντέλο των Ενόπλων Δυνάμεων
Ο Νίκος Δένδιας παρουσίασε και το σχέδιο μετασχηματισμού των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων μέσω της «Ατζέντας 2030», επισημαίνοντας ότι η χώρα εγκαταλείπει το μοντέλο που βασιζόταν αποκλειστικά στις μεγάλες εξοπλιστικές προμήθειες και επενδύει πλέον στην καινοτομία, στην εγχώρια παραγωγή και στις τεχνολογίες διττής χρήσης.
Όπως τόνισε, οι αμυντικές επενδύσεις πρέπει να επιστρέφουν αξία στην ελληνική οικονομία, δημιουργώντας ένα βιώσιμο οικοσύστημα με εξαγώγιμα προϊόντα και ισχυρή συμμετοχή της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.
Δύο εργοστάσια drones και τρίτο υπό κατασκευή
Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στην ανάπτυξη των μη επανδρωμένων συστημάτων, αποκαλύπτοντας ότι λειτουργούν ήδη δύο μονάδες παραγωγής drones στην Ελλάδα, ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη η δημιουργία και τρίτης.
Όπως εξήγησε, η φιλοσοφία δεν είναι η δημιουργία τεράστιων αποθεμάτων, αλλά η δυνατότητα ταχείας αύξησης της παραγωγής όταν αυτό απαιτηθεί. Παράλληλα, αποκάλυψε ότι οι ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις αναπτύσσουν δυνατότητες κατασκευής drones ακόμη και κοντά στη γραμμή επιχειρήσεων, μέσω κινητών μονάδων και τρισδιάστατων εκτυπωτών.
Ο υπουργός αναφέρθηκε και στο σύστημα αντι-drone «Κένταυρος», σημειώνοντας ότι έχει ήδη αποδείξει την αποτελεσματικότητά του σε επιχειρησιακές αποστολές του Πολεμικού Ναυτικού στην Ερυθρά Θάλασσα, όπου αντιμετώπισε επιτυχώς drones των Χούθι.
Όπως είπε, πρόκειται για ένα ελληνικό σύστημα με σημαντικά χαμηλότερο κόστος από αντίστοιχες ξένες λύσεις, το οποίο μπορεί να αποτελέσει παράδειγμα της νέας φιλοσοφίας που επιχειρεί να εφαρμόσει το υπουργείο Εθνικής Άμυνας.
Κλείνοντας, ο Νίκος Δένδιας αναφέρθηκε στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, τονίζοντας ότι προτεραιότητα για την Ελλάδα, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ παραμένει η διασφάλιση της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας.
Κάλεσε το Ιράν να εγκαταλείψει τις πρακτικές που προκαλούν αστάθεια στην περιοχή, ενώ υπογράμμισε ότι οποιαδήποτε προσπάθεια αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από τη διεθνή κοινότητα.
















