Όταν ένας πανεπιστημιακός καθηγητής δέχεται ξαφνικά ένα τηλεφώνημα από τον πρόεδρο της χώρας του, ο οποίος του αναθέτει να χαράξει την εθνική ενεργειακή στρατηγική, είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για μια απλή υπόθεση. Έτσι και ο καθηγητής Φυσικής Ραμόν Μέντεζ Γκαλέιν, όταν ο τότε πρόεδρος της Ουρουγουάης, Ταμπαρέ Βάσκες, του πρότεινε να αναλάβει το υπουργείο Ενέργειας, δεν μπορούσε να φανταστεί πόσο καθοριστική θα ήταν αυτή η απόφαση για το μέλλον της χώρας.
Κι όμως, μέσα σε ελάχιστα χρόνια, η μικρή χώρα της Νότιας Αμερικής κατάφερε να μεταβεί από την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα σε ένα από τα πιο βιώσιμα και αξιόπιστα ενεργειακά συστήματα παγκοσμίως. Αξιοποιώντας υδροηλεκτρική ενέργεια, αιολική ισχύ, ηλιακή παραγωγή και βιομάζα, απέδειξε ότι η σχεδόν πλήρης στροφή στις ανανεώσιμες πηγές δεν είναι ουτοπία, αλλά ένας ρεαλιστικός πολιτικός και τεχνολογικός στόχος.
Η στροφή στην αιολική ενέργεια
Το 2008, όταν η τιμή του πετρελαίου άγγιξε τα 145 δολάρια το βαρέλι, η Ουρουγουάη —που εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές— βρέθηκε μπροστά σε αδιέξοδο. Η λύση, όπως αποδείχθηκε, ήρθε από τον Μέντεζ Γκαλέιν, ο οποίος κατάφερε να μεταμορφώσει το ενεργειακό δίκτυο της χώρας σε ένα από τα καθαρότερα στον κόσμο. Όπως έχει αναφέρει ο ίδιος, τότε η μοναδική εναλλακτική που προτεινόταν για την αντιμετώπιση της κρίσης ήταν η κατασκευή πυρηνικού σταθμού. Όσο όμως μελετούσε το θέμα, τόσο περισσότερο πειθόταν ότι η πυρηνική ενέργεια δεν ήταν η σωστή κατεύθυνση.
Αντίθετα, πίστευε ακράδαντα ότι η λύση βρισκόταν στις ανανεώσιμες πηγές. Παρουσίασε τα συμπεράσματά του σε μια έκθεση, υποστηρίζοντας ότι η χώρα έπρεπε να στραφεί σχεδόν αποκλειστικά στην αιολική ενέργεια. Λίγο αργότερα, ο Βάσκες τον κάλεσε για να του ζητήσει να εφαρμόσει ο ίδιος το σχέδιο. «Φανταστείτε την έκπληξή μου. Ήταν τρέλα. Αλλά έκανα κάτι ακόμη πιο τρελό: είπα ναι», θυμάται.
Αναπτύσσοντας το φιλόδοξο πρόγραμμα, ο Μέντεζ Γκαλέιν δεν επικεντρώθηκε μόνο στα περιβαλλοντικά οφέλη, αλλά και στη σημασία της ενεργειακής ανεξαρτησίας για την εθνική ασφάλεια. Η μετάβαση στις ΑΠΕ έγινε εφικτή χάρη σε μια συνεκτική εθνική πολιτική που ενίσχυσε την ανάπτυξη υδροηλεκτρικών και αιολικών έργων. Η αιολική ενέργεια, ειδικότερα, γνώρισε εντυπωσιακή ανάπτυξη.
Οι δυσκολίες, βέβαια, δεν έλειψαν: από την εξεύρεση κεφαλαίων μέχρι τη μεταφορά ανεμογεννητριών σε απομακρυσμένες περιοχές. Το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα αρνήθηκαν να χρηματοδοτήσουν το σχέδιο, θεωρώντας το μη ρεαλιστικό χωρίς μεγάλες κρατικές επιδοτήσεις. Η Ουρουγουάη, ωστόσο, υιοθέτησε το σύστημα feed-in tariffs, εξασφαλίζοντας μακροχρόνια συμβόλαια αγοράς ενέργειας από ΑΠΕ σε προκαθορισμένες τιμές μέσω διαγωνισμών. Έτσι, οι επενδυτές είχαν σιγουριά για τα έσοδά τους, γεγονός που προσέλκυσε σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις.
Σταθερές τιμές και καθαρή ενέργεια
Η στρατηγική αυτή οδήγησε σε θεαματική αύξηση της εγκατεστημένης ισχύος ΑΠΕ από το 2008 έως το 2015, επιτρέποντας σχεδόν πλήρη απεξάρτηση του ηλεκτρικού δικτύου από τα ορυκτά καύσιμα. Η συνδυασμένη δράση δημόσιων και ιδιωτικών φορέων εξασφάλισε σταθερές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας, παρά τις φυσικές διακυμάνσεις των ανανεώσιμων πηγών. Παράλληλα, δημιουργήθηκαν περίπου 50.000 νέες θέσεις εργασίας και μέσα σε πέντε χρόνια η χώρα σχεδόν μηδένισε τη χρήση άνθρακα στο δίκτυό της, φτάνοντας στο εντυπωσιακό ποσοστό του 98% ενέργειας από ΑΠΕ.
Η αιολική ενέργεια, χάρη στα 50 αιολικά πάρκα, μπορεί πλέον να καλύψει έως και το 45% της ετήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας της χώρας. Ταυτόχρονα, τα υδροηλεκτρικά φράγματα εκσυγχρονίστηκαν, η ηλιακή ενέργεια ενσωματώθηκε στο δίκτυο και η βιομάζα από τη γεωργία λειτουργεί συμπληρωματικά.
Ένα μοντέλο για τον υπόλοιπο κόσμο
Η εμπειρία της Ουρουγουάης δείχνει ότι μια μικρή χώρα, με μόλις 3 εκατομμύρια κατοίκους, μπορεί να επιτύχει μια βαθιά ενεργειακή μεταμόρφωση όταν υπάρχει πολιτική βούληση, επενδυτική στρατηγική και κοινωνική συναίνεση. Το παράδειγμά της μπορεί να αποτελέσει οδηγό για κράτη χωρίς πρόσβαση σε ορυκτούς πόρους ή για όσα επιδιώκουν να επιταχύνουν την υιοθέτηση τεχνολογιών ανανεώσιμης ενέργειας.












