
Πέρασαν τόσες μέρες από την κίνηση του Έλληνα πρωθυπουργού να στείλει τέσσερα F-16 και την υπερσύγχρονη φρεγάτα «Κίμων», μαζί με τη φρεγάτα «Ψαρά», στην Κύπρο και μπορεί κανείς τώρα να αποτιμήσει πιο ψύχραιμα αυτές τις κινήσεις, στις οποίες θα πρέπει να συμπεριληφθεί και η απόφαση για την αποστολή και τοποθέτηση συστοιχίας Πάτριοτ στην Κάρπαθο. Παράλληλα να συνυπολογιστεί και το παράδειγμα συμπαράστασης της χώρας μας στη Μεγαλόνησο, με την ευκαιρία, που δόθηκε και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, μαζί και την Ισπανία, να ακολουθήσουν.
Όλα αυτά έχουν διαμορφώσει μια νέα κατάσταση διεθνώς, αλλά και στο εσωτερικό της χώρας, η οποία, κατά ένα μεγάλο μέρος, αποτυπώνεται σε όλες τις δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών, χαρακτηριστικό των οποίων είναι η «συσπείρωση γύρω από τη σημαία». Αυτό δηλαδή που αναδεικνύεται σε περιόδους κρίσης και εθνικής απειλής, που εκ των πραγμάτων υποβαθμίζει άλλα εσωτερικής υφής μείζονα γεγονότα, όπως είναι για παράδειγμα και στην συγκεκριμένη περίπτωση τα Τέμπη, ο ΟΠΕΚΕΠΕ κ.α. Και σε κρίσιμες στιγμές, όπως η πραγματικότητα έχει μέχρι τώρα δείξει, τα αντανακλαστικά του πρωθυπουργού, της «σημαίας» δηλαδή, ήταν άμεσα και εθνικώς επωφελή. Ξεκινώντας από τον Έβρο και συνεχίζοντας στην πανδημία ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέδειξε έναν σταθμισμένο ρεαλισμό. Το ίδιο και τώρα στην Κύπρο με αφορμή τον «πόλεμο στο Ιράν».
Ο αντίλογος βέβαια είναι ότι με τη «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» και τη συνακόλουθη δημοσκοπική ανάκαμψη, που παρουσιάζει η κυβέρνηση (βάσει των τελευταίων δημοσκοπήσεων), ο Μητσοτάκης κερδίζει χρόνο προκειμένου να απορροφήσει τους κραδασμούς από τις επιπτώσεις του πολέμου, αλλά και από άλλα εσωτερικά προβλήματα. Όμως, ακόμη και αν ο πόλεμος διαρκέσει πέραν του αναμενομένου και η εξομάλυνση στο εσωτερικό του Ιράν και τη Μέση Ανατολή φτάσει μέχρι και στις αρχές καλοκαιριού, όπως κάποιοι αναλυτές προβλέπουν, η (αναπόφευκτη) οικονομική «αναπήδηση» που θα υπάρξει στα καθ’ ημάς το πιθανότερο είναι να ευνοήσει παρά να βλάψει τον Μητσοτάκη, αφού αυτό θα γίνει σε χρόνο κοντά στις εκλογές. Όπως μάλιστα υποστηρίζει συνομιλητής του πρωθυπουργού, «όσο πιο κοντά στις εκλογές το rebound (της οικονομίας), τόσο καλύτερα για τον Κυριάκο». Άλλωστε αυτός είναι και ένας από τους λόγους που ο πρωθυπουργός δεν πρόκειται, όπως κάποιοι εκ των συνεργατών του εισηγούνται και στην αντιπολίτευση φοβούνται, να στήσει πρόωρα κάλπες. Πέραν του ότι ο Μητσοτάκης είναι απόλυτα θεσμικός, θέλει αφενός να ολοκληρώσει τη Συνταγματική Αναθεώρηση και αφετέρου να εμφανιστεί στη ΔΕΘ με νέο πακέτο παροχών και φορολογικών απαλλαγών. Όπως υποστηρίζουν συνομιλητές του, το βασικό επιχείρημα του πρωθυπουργού για τις εκλογές θα είναι η εμπιστοσύνη. Το «Ποιον εμπιστεύεστε για να διαχειριστεί τις τύχες της χώρας και το μέλλον;» θα είναι, λένε συνεργάτες του πρωθυπουργού, η κατακλείδα της στρατηγικής του για να κερδίσει και τρίτη συνεχόμενη τετραετία. Με δεδομένη δε την αδυναμία της αντιπολίτευσης να βρει κοινό βηματισμό στην πορεία προς τις κάλπες και τον περαιτέρω κατακερματισμό της, όταν εμφανιστούν και τα κόμματα Τσίπρα και Καρυστιανού, ο πόλεμος εκ των πραγμάτων, λόγω και της ορθής τακτικής να απλώσει ομπρέλα ασφαλείας στην Κύπρο και να τηρήσει γενικώς σοβαρή, υπεύθυνη και εθνικώς επωφελή στάση (στο όλο θέμα του πολέμου στο Ιράν), ενισχύει τον Μητσοτάκη.
Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, όπως γίνεται καθημερινά αισθητό, μπροστά σε μεγάλες κρίσεις, είτε οικονομικές, είτε εθνικές, στο σύνολό τους αποδεικνύονται κατώτερα των περιστάσεων. Δεν έχουν ή ίσως δεν θέλουν να κατανοήσουν ακόμη ότι το παιχνίδι στη Μέση Ανατολή άλλαξε. Άλλοι παίκτες διαμορφώνουν πλέον τη νέα πραγματικότητα. Η Ελλάδα βρίσκεται στη σωστή πλευρά, την ώρα που ο χάρτης της περιοχής αναδιαμορφώνεται. Με την ισχύ των Ραφάλ και Μπελαρά και σε συνεργασία με το Ισραήλ, η Ελλάδα συμμετέχει στη διαμόρφωση του κόσμου που θα ζήσουμε τα επόμενα χρόνια. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Η χώρα μας, σε πείσμα της γκρίνιας που εκπορεύεται από αριστερά αλλά και δεξιά, μετατρέπεται σταδιακά σε πυλώνα ασφάλειας και κυρίαρχο παίκτη στην περιοχή. Δεν είναι λίγο για μια χώρα που ως χθες ήταν επαίτης ή θύμα. Η αντιπολίτευση ναι οφείλει να ελέγχει την κυβέρνηση, αλλά χωρίς να μετατρέπει κάθε κρίση σε ευκαιρία για εύκολες εντυπώσεις και χωρίς να λέει άλλα τη μία στιγμή και άλλα την επόμενη. Και στα εθνικά ζητήματα ιδιαίτερα σε περιόδους τοπικής ή διεθνούς έντασης, η πολιτική δεν επιτρέπεται να λειτουργεί με τη λογική της στιγμιαίας αντιπαράθεσης. Δεν γίνεται το ίδιο αντικείμενο να ερμηνεύεται από τους ίδιους ανθρώπους με τον εκ διαμέτρου ανάποδο τρόπο, μέσα σε λίγες ώρες ή ημέρες, απλώς και μόνο για να βρεθεί μια αφορμή αντιπολίτευσης. Η εξωτερική πολιτική μιας χώρας δεν είναι χώρος για επικοινωνιακές κολοτούμπες και στροφές 180 μοιρών.
Εκείνο που απαιτείται σήμερα είναι η συνέπεια, η υπευθυνότητα και μια στοιχειώδης συναίσθηση ότι, στα μεγάλα ζητήματα, η χώρα προηγείται του κομματικού ανταγωνισμού.
Κατά τα άλλα, όπως εξελίσσεται και ο «πόλεμος στο Ιράν», το μέλλον είναι άδηλο και τι μπορεί να ξημερώσει κανείς δεν μπορεί να προδιαγράψει. Υπό αυτήν την έννοια, η μοναδική σοφή επιλογή είναι να παίρνει κανείς αποφάσεις, βάσει εθνικών συμφερόντων και ειδικού βάρους στον συσχετισμό δυνάμεων. Όπως ακριβώς πράττει ο πρωθυπουργός. Και όπως δεν πράττει στο σύνολό της η αντιπολίτευση (Με μόνη εξαίρεση το ΠΑΣΟΚ, αλλά όμως όχι το «όλον ΠΑΣΟΚ»). Μια αντιπολίτευση κολλημένη σε ιδεολογικές εμμονές και αγκυλώσεις έως και την ιδιοτέλεια και την στόχευση σε συγκεκριμένα εκλογικά κοινά. Κάπως έτσι επιβεβαιώνεται αυτό που γνωρίζουμε εδώ και πολλά χρόνια και αυτό που αναδεικνύεται από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις: συσπείρωση περί την κυβέρνηση, που εγγυάται τη σταθερότητα και ακολουθεί την επωφελή για τη χώρα και το έθνος πολιτική. Αλλά και επαναφέρει το ερώτημα , για το οποίο η απάντηση είναι πλέον γνωστή, όπως δίδεται και με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις: «Ποιον εμπιστεύεστε για να διαχειριστεί τις τύχες της χώρας και το μέλλον;










