Οι δημοσκοπήσεις αποτελούν σταθερό στοιχείο της πολιτικής ζωής, ακόμη και λίγους μήνες πριν από τις εκλογές. Σε μια περίοδο κατά την οποια η καθημερινότητα των πολιτών δοκιμάζεται από την ακρίβεια, την ανασφάλεια και τη γενικευμένη αβεβαιότητα, τα ποσοστά αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο τι καταγράφουν, αλλά πόσο επηρεάζουν, ιδίως τους αναποφάσιστους και τη συμμετοχή στις κάλπες, την αποχή.
- του Θανάση Παπαμιχαήλ – Επικοινωνιολόγος – Συγγραφέας Οδηγών Πολιτικής Αυτοβελτίωσης (Σ.Ο.Π.Α.)
Καταρχάς, οι δημοσκοπήσεις διαμορφώνουν κλίμα. Όταν επαναλαμβάνεται ότι ένα κόμμα προηγείται με σαφή διαφορά, δημιουργείται η αίσθηση «ρεύματος νίκης». Μέρος των αναποφάσιστων ενδέχεται να ευθυγραμμιστεί με τον φαινομενικά ισχυρό, θεωρώντας ότι η ψήφος του θα έχει μεγαλύτερη επιρροή. Αντίστροφα, κάποιοι μπορεί να στραφούν σε εναλλακτικές επιλογές, αντιδρώντας στην εικόνα κυριαρχίας ενός μεγάλου κόμματος.
Σε επίπεδο καθημερινότητας οι μετρήσεις λειτουργούν και ως βαρόμετρο προτεραιοτήτων. Όταν η ακρίβεια, η ασφάλεια ή η υγεία αναδεικνύονται ως κορυφαία προβλήματα, η δημόσια συζήτηση εντείνεται και τα κόμματα προσαρμόζουν τη ρητορική τους. Έτσι, οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν απλώς τη συγκυρία, τη συνδιαμορφώνουν.
Όσον αφορά την αποχή, η επίδραση είναι σύνθετη. Αν το αποτέλεσμα εμφανίζεται προδιαγεγραμμένο, ορισμένοι πολίτες μπορεί να θεωρήσουν ότι η συμμετοχή τους δεν αλλάζει κάτι. Η αίσθηση «όλα έχουν κριθεί» ενισχύει την παθητικότητα.
Από την άλλη πλευρά, σε περιόδους πόλωσης τα ίδια δεδομένα μπορεί να λειτουργήσουν κινητοποιητικά, ιδίως όταν καλλιεργείται ο φόβος μιας ανεπιθύμητης πολιτικής εξέλιξης.
Λίγους μήνες πριν από τις κάλπες τίποτα δεν είναι οριστικό. Οι πολίτες απαντούν συχνά με βάση το συναίσθημα της στιγμής και τη συγκυρία. Οι δημοσκοπήσεις λοιπόν περισσότερο καταγράφουν τη «θερμοκρασία» της περιόδου παρά προεξοφλούν το αποτέλεσμα. Ωστόσο, επηρεάζουν το κλίμα, τη στρατηγική των κομμάτων και τη στάση των αναποφάσιστων.
Οι δημοσκοπήσεις δεν «καθορίζουν» μηχανικά τη συμπεριφορά. Επηρεάζουν το ψυχολογικό κλίμα, τη συζήτηση στα μέσα ενημέρωσης και τη στρατηγική των κομμάτων. Οι αναποφάσιστοι είναι πιο ευάλωτοι σε αυτή την επιρροή, ενώ η αποχή συνδέεται περισσότερο με το γενικότερο επίπεδο εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα. Όταν οι δημοσκοπήσεις δείχνουν χαμηλή εμπιστοσύνη σε όλα τα κόμματα, ενισχύεται το κλίμα κυνισμού και αποστασιοποίησης.
Οι δημοσκοπήσεις δεν είναι ουδέτερες λίγο πριν στηθούν οι κάλπες. Αποβλέπουν στη μέτρηση τάσεων, αλλά συχνά λειτουργούν και ως εργαλείο πολιτικής πίεσης ή επικοινωνιακής κατεύθυνσης. Η ευθύνη επομένως βαραίνει τόσο όσους τις διενεργούν όσο και όσους τις αναπαράγουν. Και πάνω απ’ όλα, βαραίνει τον ίδιο τον πολίτη, που καλείται να τις διαβάζει με κριτική σκέψη και όχι ως τετελεσμένο γεγονός. Η δύναμή τους δεν βρίσκεται μόνο στους αριθμούς αλλά στον τρόπο που ερμηνεύονται και αναπαράγονται.
Η κριτική σκέψη του πολίτη παραμένει ο καθοριστικός παράγοντας!











