Η Γερμανία, η χώρα που ταυτίστηκε όσο καμία άλλη με την επιθετική πράσινη ατζέντα της Ευρώπης, κάνει σήμερα ένα βήμα πίσω. Όχι από τους κλιματικούς της στόχους, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο επιχείρησε να τους επιβάλει.
- του Αλέξιου Ντόνα – Σύμβουλος ενεργειακών υποδομών Ing. European Energy Manager
Η κατάργηση του Heizungsgesetz, του νόμου που επέβαλλε 65% συμμετοχή ανανεώσιμων πηγών σε κάθε νέο σύστημα θέρμανσης, και η αντικατάστασή του από το νέο Gebäude modern sierungsge setz δεν είναι μια τεχνική διόρθωση. Είναι πολιτική αναδίπλωση. Είναι αναγνώριση ότι η ιδεολογική επιβολή δεν ταυτίζεται με την αποτελεσματική πολιτική.
Το προηγούμενο πλαίσιο, που προωθήθηκε δυναμικά από τον υπουργό Οικονομίας και Κλίματος Ρόμπερτ Χάμπεκ, προκάλεσε έντονες κοινωνικές και πολιτικές αντιδράσεις. Το κόστος αντικατάστασης συστημάτων θέρμανσης -σε πολλές περιπτώσεις άνω των 20.000 ευρώ- δημιούργησε φόβο και ανασφάλεια στη μεσαία τάξη. Σε μια περίοδο υψηλού πληθωρισμού και ενεργειακής κρίσης, η χρονική συγκυρία αποδείχθηκε καθοριστική.
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, το Βερολίνο παραδέχεται έμμεσα ότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να αγνοεί:
· την οικονομική αντοχή των νοικοκυριών
· την ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας
· τις τεχνικές δυνατότητες των ενεργειακών δικτύων
· την κοινωνική αποδοχή
Η νέα γερμανική νομοθεσία υιοθετεί τεχνολογική ουδετερότητα. Δεν απαγορεύει, δεν επιβάλλει μονοσήμαντες λύσεις, δεν μετατρέπει την ενεργειακή πολιτική σε ηθικό τεστ συμμόρφωσης. Επιτρέπει φυσικό αέριο και πετρέλαιο με σταδιακή ενσωμάτωση βιοκαυσίμων. Ενισχύει τα δίκτυα τηλεθέρμανσης. Διατηρεί επιδοτήσεις. Προχωρά σε μηδενικές εκπομπές στα νέα κτίρια από το 2030, αλλά με μεταβατική στρατηγική.
Παράλληλα, η βιομηχανική Γερμανία αντιμετωπίζει ένα ευρύτερο πρόβλημα ανταγωνιστικότητας. Η άνοδος του ενεργειακού κόστους μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, η μείωση της φθηνής ρωσικής ενέργειας και η μεταφορά παραγωγικών μονάδων εκτός Ευρώπης δημιούργησαν μια νέα πραγματικότητα. Μεγάλες βιομηχανίες χημικών και μετάλλου προειδοποίησαν για αποβιομηχάνιση, εάν δεν διασφαλιστεί σταθερό και προβλέψιμο ενεργειακό πλαίσιο.
Με άλλα λόγια: μεταβαίνει από τον δογματισμό στον ρεαλισμό.
Η κοινωνική αντίδραση στη Γερμανία υπήρξε έντονη. Όχι επειδή οι πολίτες αρνούνται την κλιματική αλλαγή. Αλλά επειδή αρνήθηκαν να πληρώσουν το κόστος μιας βεβιασμένης πολιτικής που αγνόησε την πραγματική οικονομία.
Οι δημοσκοπήσεις κατέγραψαν σημαντική φθορά για την κυβερνητική συμμαχία, ενώ η ενίσχυση ευρωσκεπτικιστικών και αντισυστημικών κομμάτων λειτούργησε ως πολιτικό καμπανάκι.
Αυτό είναι το κρίσιμο μάθημα.
Η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε τεχνολογικό φονταμενταλισμό. Δεν μπορεί να στηρίζεται σε μονοκαλλιέργεια λύσεων. Δεν μπορεί να αγνοεί ότι τα δίκτυα έχουν φυσικά όρια, ότι η βιομηχανία χρειάζεται σταθερό ενεργειακό κόστος, ότι η μεσαία τάξη δεν αντέχει ακραίες ανατιμήσεις.
Η Γερμανία δεν εγκαταλείπει τους στόχους της. Αναγνωρίζει όμως ότι η πολιτική βιωσιμότητα είναι εξίσου σημαντική με την περιβαλλοντική φιλοδοξία. Χωρίς κοινωνική συναίνεση, ακόμη και η πιο φιλόδοξη στρατηγική μετατρέπεται σε πολιτικό ρίσκο.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία.
Η μετάβαση δεν είναι ιδεολογικό project. Είναι σύνθετη οικονομική αναδιάρθρωση. Χρειάζεται ρεαλιστικές τεχνολογίες, σταδιακές λύσεις, υβριδικά μοντέλα, επενδύσεις σε υποδομές, βιομηχανική στρατηγική. Χρειάζεται θεσμική σταθερότητα και προβλεψιμότητα για τις επενδύσεις. Χρειάζεται κοινωνική συναίνεση, όχι κοινωνική επιβολή.
Για την Ελλάδα, το παράδειγμα είναι απολύτως επίκαιρο. Όταν η ενεργειακή πολιτική παρουσιάζεται ως ηθική ανωτερότητα και όχι ως οικονομικός σχεδιασμός, το αποτέλεσμα είναι προβλέψιμο: αυξανόμενο κόστος, τεχνικά αδιέξοδα στα δίκτυα, επενδυτική αβεβαιότητα και κοινωνική κόπωση. Η συζήτηση για τις ΑΠΕ, τα δίκτυα διανομής και την αποθήκευση ενέργειας δεν μπορεί να διεξάγεται αποσπασματικά ή επικοινωνιακά.
Απαιτεί μακροχρόνιο σχεδιασμό, ρεαλιστική αποτίμηση υποδομών και διασφάλιση κοινωνικής ισορροπίας.
Η κλιματική πολιτική δεν αποτυγχάνει επειδή είναι πράσινη. Αποτυγχάνει όταν γίνεται δογματική.
Διότι μια τυφλή ιδεολογία «πράσινης ανάπτυξης», χωρίς ρεαλισμό της πραγματικής οικονομίας, των τεχνικών δυνατοτήτων των δικτύων και της κοινωνικής αντοχής, οδηγεί αναπόφευκτα σε απόρριψη και σε κοινωνικό διχασμό.
Η Γερμανία δείχνει ότι η ωριμότητα δεν είναι υποχώρηση. Είναι αναπροσαρμογή.
Το ερώτημα είναι αν θα τολμήσουμε κι εμείς να πάρουμε το μάθημα από τα λάθη των άλλων και αν περάσουμε από τη θεωρία στην πράξη.












