Υπάρχουν στιγμές που μια δικαστική αίθουσα παύει να αφορά δύο πρόσωπα και αρχίζει να αφορά μια ολόκληρη κοινωνία. Η υπόθεση της αγωγής της Έλενας Ακρίτα κατά της Σοφίας Γιαννακά είναι μία από αυτές.
Γράφει ο Χρήστος Μυτιλινιός
Όχι γιατί πρόκειται για προσωπική διαφορά δημοσιογράφων ή πολιτικών προσώπων, αλλά γιατί αγγίζει κάτι βαθύτερο: το δικαίωμα της γνώμης σε μια δημοκρατία που δείχνει ολοένα και πιο ανεκτική στη φίμωση όταν η άποψη δεν είναι «η σωστή», για όποιον αυτοδικαίως και με το «έτσι γουστάρω» ορίζει το σωστό.
Η Γιαννακά δεν δικάζεται επειδή διέδωσε ψεύδη. Δικάζεται επειδή εξέφρασε πολιτική κρίση. Και αυτό είναι μια κρίσιμη διαφορά.
Σε μια εποχή όπου η δημόσια συζήτηση έχει μετατραπεί σε πεδίο ηθικής επιτήρησης, κάποιοι δείχνουν εξαιρετική ευαισθησία όταν η κριτική αγγίζει τη δική τους ιδεολογική πλευρά. Οι ίδιοι που μιλούν αδιάκοπα για δικαιώματα, ανεκτικότητα και πολυφωνία, εμφανίζονται ξαφνικά πρόθυμοι να αναζητήσουν δικαστικές λύσεις όταν ακούν λόγια που τους ενοχλούν.
Η δημοκρατία, όμως, δεν προστατεύει μόνο τις ευχάριστες απόψεις. Προστατεύει πρωτίστως τις ενοχλητικές.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν συμφωνεί κανείς με τη Σοφία Γιαννακά. Το ερώτημα είναι αν επιτρέπεται να διατυπώνει δημόσια μια αυστηρή πολιτική κριτική χωρίς να οδηγείται στα δικαστήρια.
Μετά τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου, ο κόσμος είδε εικόνες που δεν επιδέχονται ιδεολογικές ερμηνείες: δολοφονημένους αμάχους, απαγωγές, τρόμο. Η καταδίκη της Χαμάς δεν αποτελεί πολιτική επιλογή· αποτελεί στοιχειώδη ηθική στάση. Και όμως, σε τμήματα της ευρωπαϊκής και ελληνικής δημόσιας συζήτησης, η καταδίκη αυτή συνοδεύτηκε από αστερίσκους, «ναι μεν αλλά» και μια περίεργη δυσκολία να ειπωθεί το αυτονόητο.
Εκεί ακριβώς παρενέβη η αρθρογράφος: ασκώντας πολιτική κριτική σε αυτή την επιλεκτική ευαισθησία. Μπορεί κανείς να διαφωνεί με τον τόνο ή την οξύτητα. Δεν μπορεί όμως να ζητά τη σιωπή.
Διότι όταν η πολιτική διαφωνία μετατρέπεται σε νομική διαμάχη, τότε το μήνυμα δεν αφορά έναν δημοσιογράφο. Αφορά όλους τους επόμενους που θα σκεφτούν αν αξίζει να μιλήσουν.
Η ελευθερία του λόγου δεν είναι διακοσμητική αρχή. Δεν ισχύει μόνο για όσους μιλούν με τρόπο που εγκρίνει η εκάστοτε ιδεολογική πλειοψηφία των social media. Ισχύει ακριβώς για τις απόψεις που προκαλούν ενόχληση.
Η προσφυγή στη Δικαιοσύνη είναι δικαίωμα κάθε πολίτη. Όμως η συστηματική μεταφορά της πολιτικής αντιπαράθεσης στις αίθουσες των δικαστηρίων δημιουργεί ένα επικίνδυνο προηγούμενο: την ποινικοποίηση της γνώμης.
Και μια δημοκρατία που αρχίζει να φοβάται τη γνώμη, αρχίζει σιγά-σιγά να φοβάται τον εαυτό της.
Η υπεράσπιση της Σοφίας Γιαννακά δεν είναι προσωπική υπόθεση. Είναι υπεράσπιση της δυνατότητας να λέγεται καθαρά ότι η τρομοκρατία δεν σχετικοποιείται, ότι η Χαμάς δεν εξηγείται — καταδικάζεται — και ότι η πολιτική κριτική δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως αδίκημα.
Γιατί αν η ελευθερία του λόγου χρειάζεται άδεια για να υπάρξει, τότε έχει ήδη χαθεί.











