Τον Μάρτιο του 2026 αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή το σχετικό νομοσχέδιο που απαγορεύει τα social media σε παιδιά κάτω των 15 ετών.
της Τάνιας Χριστοδουλίδου, βραβευμένης εκπαιδευτικού-δημοσιογράφου
Το ζήτημα της απαγόρευσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης για τα παιδιά στην Ελλάδα έχει απασχολήσει έντονα τον δημόσιο διάλογο. Σε μια εποχή όπου πλατφόρμες όπως το Facebook, το Instagram και το TikTok κυριαρχούν στην καθημερινότητα των ανηλίκων, η απόφαση της κυβέρνησης να προχωρήσει σε περιοριστικά μέτρα μπορεί να θεωρηθεί μια υπεύθυνη και προληπτική παρέμβαση με στόχο την προστασία της παιδικής ηλικίας.
Η παιδική και εφηβική ηλικία αποτελούν κρίσιμα στάδια διαμόρφωσης της προσωπικότητας. Η συνεχής έκθεση σε ψηφιακά περιβάλλοντα που ενθαρρύνουν τη σύγκριση, την αναζήτηση επιβεβαίωσης και την εξάρτηση από την αποδοχή του κοινού έχει συσχετιστεί με αυξημένα επίπεδα άγχους, ανασφάλειας και χαμηλής αυτοεκτίμησης. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το φαινόμενο του διαδικτυακού εκφοβισμού, το οποίο μπορεί να έχει σοβαρές και μακροχρόνιες ψυχολογικές συνέπειες. Υπό αυτό το πρίσμα, η κρατική παρέμβαση δεν συνιστά αυταρχική πρακτική, αλλά μέτρο δημόσιας υγείας και πρόνοιας.
Επιπλέον, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν βάσει αλγορίθμων που έχουν σχεδιαστεί για να μεγιστοποιούν τον χρόνο παραμονής των χρηστών. Τα παιδιά, λόγω της αναπτυξιακής τους ηλικίας, είναι ιδιαίτερα ευάλωτα σε εθιστικές πρακτικές σχεδιασμού. Η υπερβολική χρήση οθονών έχει συνδεθεί με διαταραχές ύπνου, μείωση της σχολικής επίδοσης και περιορισμό της φυσικής δραστηριότητας. Επομένως, η απαγόρευση ή ο αυστηρός περιορισμός πρόσβασης σε μικρές ηλικίες μπορεί να λειτουργήσει ως προστατευτικό φίλτρο απέναντι σε έναν ψηφιακό κόσμο που δεν έχει σχεδιαστεί με γνώμονα το συμφέρον των ανηλίκων.
Αξίζει επίσης να τονιστεί η διάσταση της ασφάλειας. Η ανεξέλεγκτη αλληλεπίδραση με αγνώστους, η έκθεση σε ακατάλληλο περιεχόμενο και οι κίνδυνοι διαδικτυακής εκμετάλλευσης καθιστούν αναγκαία μια πιο αυστηρή ρύθμιση. Το κράτος έχει θεσμική υποχρέωση να διασφαλίζει την προστασία των παιδιών, ακόμη και όταν αυτό συνεπάγεται περιορισμούς σε ορισμένες μορφές ελευθερίας. Όπως υπάρχουν ηλικιακά όρια για την οδήγηση ή την κατανάλωση αλκοόλ, έτσι μπορεί να θεμελιωθεί και ένα σαφές όριο για την πρόσβαση σε ψηφιακές πλατφόρμες υψηλού κινδύνου.
Παρά τις αντιρρήσεις περί περιορισμού δικαιωμάτων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι τα παιδιά δεν διαθέτουν πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα ούτε την ώριμη κρίση των ενηλίκων. Η κρατική μέριμνα αποσκοπεί ακριβώς στην προστασία τους μέχρι να αποκτήσουν τα αναγκαία εφόδια αυτορρύθμισης.
Φυσικά, το μέτρο οφείλει να συνοδεύεται από πολιτικές ψηφιακής εκπαίδευσης και στήριξης των οικογενειών, ώστε η μετάβαση να είναι ομαλή και αποτελεσματική. Οι γονείς χρειάζεται να ενημερώνονται, να θέτουν όρια και να διατηρούν ανοιχτή επικοινωνία με τα παιδιά τους. Η συνεργασία κράτους, σχολείου και οικογένειας μπορεί να δημιουργήσει ένα προστατευτικό πλαίσιο.











