Η συζήτηση περί ενοποίησης του κεντροαριστερού χώρου μοιάζει με επαναλαμβανόμενο αδιέξοδο μοτίβο. Οι διαφωνίες προσώπων, οι προσωπικές στρατηγικές και οι μικροκομματικές ισορροπίες συχνά υπονομεύουν κάθε απόπειρα συμπόρευσης. Δίχως άλλο, η συζήτηση αυτή παραμένει κενή περιεχομένου, αν δεν απαντήσει στο υπαρξιακό ερώτημα: με ποιο ιδεολογικό στίγμα;
Γράφει ο Χαράλαμπος Κύρκος, Δρ Νομικής και δικηγόρος
Μολονότι ενιαία πρόταση με αξιώσεις ηγεμονίας δεν μπορεί παρά να αναζητηθεί στον χώρο της πατριωτικής Αριστεράς, το εγχείρημα αυτό για να έχει απήχηση οφείλει να υπερβεί δύο κρίσιμες «φοβίες» που διατρέχουν την ιστορία του προοδευτικού ιδεολογικού φάσματος: την αμηχανία απέναντι στην πατριωτική ρητορική και την επιφυλακτικότητα, έως απόρριψη, απέναντι στη θρησκευτικότητα.
Η ιστορική Αριστερά, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, μεγάλωσε με το τραύμα της κατηγορίας περί «απάτριδων». Στον 20ό αιώνα, η Δεξιά, αφενός, χρησιμοποίησε τον πατριωτισμό σαν όπλο εναντίον των κομμουνιστών, κατηγορώντας τους για υποταγή του εθνικού συμφέροντος στην ξένη εξάρτηση. Η Αριστερά, αφετέρου, αμυνόμενη, υιοθέτησε άκαμπτο διεθνισμό, παραχωρώντας ουσιαστικά την εθνική σημαία στη δεξιά παράταξη.
Σήμερα, είναι πλέον ορατό ότι η παράδοση αυτή είναι πολιτικά επιζήμια. «Το μετάλλιο της Αριστεράς» οφείλει να επαναφέρει την ανάγκη ανάκτησης της πατριωτικής αφήγησης. Δεν πρόκειται για εθνικισμό, αφού εθνικισμός είναι η εμμονή στην ανωτερότητα ενός λαού έναντι των άλλων και η τοξική μισαλλοδοξία. Πατριωτισμός, αντιθέτως, είναι η αγάπη για συγκεκριμένο τόπο, η υπεράσπιση της πολιτισμικής κληρονομιάς, η γλώσσα και η ιστορία που συγκροτούν την ταυτότητά του. Άλλωστε, αυτή η ειρηνική συμπόρευση των ασύμβατων παραδοσιακά ιδεολογικών αφετηριών είναι που καθιστούσε το ιδεολογικό «στίγμα» ιστορικών ηγετών του προοδευτικού χώρου δυσδιάκριτο και δυσνόητο από τους δογματικούς τους συντρόφους, φέρνοντάς τους συχνά σε εσωτερική ρήξη και διάσπαση.
Η σύγχρονη πατριωτική Αριστερά ενσαρκώνει «πατριωτική συνείδηση» που δεν έχει σχέση με ξενοφοβικά ανακλαστικά, αλλά, σε τελική ανάλυση, με την υπεράσπιση της λαϊκής κυριαρχίας. Σε περιβάλλον παγκοσμιοποίησης, η έννοια της πατρίδας μπορεί να λειτουργήσει ως το ύστατο ανάχωμα απέναντι στις δυνάμεις του διεθνοποιημένου κεφαλαίου που, υπό τον πολιτικό κυνισμό του σύγχρονου χαώδους νεοφιλελευθερισμού, ισοπεδώνουν κάθε εργασιακή και κοινωνική κατάκτηση. Δεν είναι τυχαίο ότι στο παρελθόν ο πατριωτισμός συνδέθηκε με αγώνες για εθνική ανεξαρτησία αλλά και για κοινωνική απελευθέρωση.
Το δεύτερο σημείο τριβής είναι η σχέση του προοδευτικού χώρου με την Εκκλησία και τη θρησκεία. Η μαρξιστική παράδοση, μέσα από τη διαλεκτική της, προέβαλε συχνά τη θρησκεία σαν αρνητική συστημική αλληγορία, και η Αριστερά, ιδίως στην Ελλάδα, ταύτισε, όχι άδικα πολλές φορές, την Εκκλησία με το συντηρητικό κατεστημένο και την κρατική εξουσία.
Ωστόσο, τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Από τη «Θεολογία της Απελευθέρωσης» στη Λατινική Αμερική μέχρι τις εγκυκλίους του Πάπα Φραγκίσκου («Laudato Si», «Fratelli Tutti»), υπάρχει ισχυρή παράδοση συνάντησης της χριστιανικής σκέψης με τα αιτήματα της Αριστεράς για κοινωνική δικαιοσύνη, προστασία του περιβάλλοντος και υπεράσπιση των φτωχών και αδύναμων. Στην κατεύθυνση αυτή, η πατριωτική Αριστερά δεν αγνοεί ότι η πλειονότητα του ελληνικού λαού φέρει διαυγή πολιτισμική και θρησκευτική ταυτότητα. Το ζητούμενο, συνεπώς, δεν είναι η ταύτιση με τη θεσμική Εκκλησία ως μέρος του κρατικού μηχανισμού, αλλά η κατάργηση της προκατάληψης απέναντι στον θρησκευόμενο πολίτη. Ο σεβασμός στη θρησκευτική πίστη και η συνάντηση σε ζητήματα κοινωνικής αλληλεγγύης μπορούν να οικοδομήσουν γέφυρες με ανθρώπους που μέχρι σήμερα αισθάνονται πολιτικά άστεγοι, εγκλωβισμένοι ανάμεσα στην Ακροδεξιά που καπηλεύεται την πίστη και στην ορθόδοξη Αριστερά που φαίνεται να την αγνοεί.
Η συζήτηση, ωστόσο, για την ενοποίηση του Κέντρου και της Αριστεράς είναι προσχηματική αν δεν απαντά στο ερώτημα: «Προς τι η συμπόρευση;». Ο φόβος της Ακροδεξιάς ή η αντιπάθεια προς την παραδοσιακή Δεξιά είναι αρνητικά κίνητρα. Θετικό κίνητρο, αντιθέτως, αποτελεί η συγκρότηση διακριτής ταυτότητας που ενσωματώνει τον ριζοσπάστη αγωνιστή και τον μετριοπαθή κεντρώο, τον άθεο διανοούμενο και τον πιστό χριστιανό. Και η ταυτότητα αυτή να λειτουργήσει ως εποικοδόμημα ενός «συνταγματικού πατριωτισμού», όπως τον περιέγραψε ο Jürgen Habermas: της αγάπης για τους δημοκρατικούς θεσμούς, το κράτος δικαίου και τις αξίες της ισότητας που κατοχυρώνει το Σύνταγμα.
Εάν ο προοδευτικός πολιτικός χώρος πάψει να αντιμετωπίζει την πατρίδα ως ταμπού και την πίστη ως προκατάληψη, τότε -και μόνο τότε- θα μπορέσει να ηγεμονεύσει σε ένα νέο, λαϊκό πλειοψηφικό ρεύμα. Και η πατριωτική Αριστερά είναι το ιδεολογικοπολιτικό θεμέλιο μιας αμόλυντης λαϊκής απαρχής που δεν απολογείται για την ιστορία της και τις ιδεολογικές της ρίζες και δεν παραδίδει τη σημαία της βορά σε δυνάμεις που την ταυτίζουν με το μίσος. Είναι η ώρα ο προοδευτικός δημοκρατικός χώρος να σηκώσει ξανά το δικό του μετάλλιο.











