Ο Α’ αντιπρόεδρος της ΚΕΔΕ και δήμαρχος Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης ζήτησε σταθερό, προβλέψιμο και διαφανές πλαίσιο για τους δήμους, αλλά και αύξηση της χρηματοδότησης, ώστε να μπορούν να καλύψουν τις ευθύνες που τους αποδίδει η Πολιτεία.
Δεν συνηθίζει τις στρογγυλεμένες φράσεις ο Γρηγόρης Κωνσταντέλλος. Και στη συνέντευξή του στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ, ως Α’ αντιπρόεδρος της ΚΕΔΕ και δήμαρχος Βάρης-Βούλας-Βουλιαγμένης, έβαλε με καθαρό τρόπο μια συζήτηση που στην Τοπική Αυτοδιοίκηση γίνεται χρόνια, αλλά σπάνια ακούγεται τόσο ευθέως: ευθύνες χωρίς πόρους, αρμοδιότητες «στον αέρα» και δήμαρχοι που καλούνται να απολογηθούν για φαινόμενα και ζημιές, ενώ τα εργαλεία παραμένουν ελλιπή ή θολά, μοιρασμένα ανάμεσα σε κράτος, περιφέρειες και δήμους.
Το ενδιαφέρον στην παρέμβασή του δεν ήταν ο τόνος, ήταν η θεσμική λογική. Ο Κωνσταντέλλος δεν είπε ότι οι δήμοι «δεν μπορούν» ή «δεν θέλουν». Είπε το αντίθετο: ότι η Αυτοδιοίκηση δεν φοβάται την ευθύνη, αρκεί να συνοδεύεται από τους στοιχειώδεις μηχανισμούς για να τη σηκώσει.
Και ακριβώς εκεί «κάθισε» η συζήτηση: στο πώς η Πολιτεία ζητά από το τοπικό επίπεδο να σταθεί στην πρώτη γραμμή της πολιτικής προστασίας, ενώ το χρηματοδοτικό και διοικητικό πλαίσιο συχνά δεν ακολουθεί τον ρυθμό των απαιτήσεων.
Το προ κρίσης «μέτρο σύγκρισης»
Ο δήμαρχος και στελέχη της ΚΕΔΕ συνολικά επαναφέρουν σταθερά ένα επιχείρημα που προκαλεί πολιτική συζήτηση: ότι παρά το γεγονός πως τα κρατικά μεγέθη έχουν βελτιωθεί σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης, οι θεσμοθετημένοι πόροι της Αυτοδιοίκησης παραμένουν σημαντικά χαμηλότεροι από την προ κρίσης περίοδο.
Σε δημόσιες τοποθετήσεις που αποτυπώνονται και στον Τύπο, ο Κωνσταντέλλος έχει περιγράψει την κάμψη των κρατικών πόρων προς την Αυτοδιοίκηση με συγκεκριμένους δείκτες: από επίπεδα έως 8% το 2009, σε 2,6% μετά τα μνημόνια και περίπου 3,2% σήμερα, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για απόσταση που δεν επιτρέπει στους δήμους να καλύψουν τον ρόλο που τους αποδίδεται.
Δεν είναι τυχαίο ότι στη δημόσια συζήτηση επιστρέφει συνεχώς το ίδιο ερώτημα: όταν η Αυτοδιοίκηση καλείται να λειτουργήσει ως «πρώτος ανταποκριτής» σε ακραία καιρικά φαινόμενα, πυρκαγιές, πλημμύρες, διαχείριση κινδύνων, με τι προσωπικό, με τι εξοπλισμό, με ποιον σταθερό προϋπολογισμό; Και κυρίως με ποια καθαρή κατανομή ευθυνών, ώστε να μην πέφτουν όλα στο ίδιο τραπέζι, όταν έρθει η δύσκολη στιγμή;
Το «ΑΙΓΙΣ» ως σύμβολο
Στην καρδιά της κριτικής του Κωνσταντέλλου βρίσκεται και το μόνιμο χάσμα ανάμεσα σε εθνικά προγράμματα και τοπική επιχειρησιακή πραγματικότητα. Το πρόγραμμα πολιτικής προστασίας «ΑΙΓΙΣ» που έχει παρουσιαστεί ως επένδυση ύψους 2,1 δισ. ευρώ και συνδέεται με την αναβάθμιση του κρατικού μηχανισμού αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι η θεσμοθέτηση του υπουργείου Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας και η ενεργοποίηση του «ΑΙΓΙΣ» αποτελούν τη μεγαλύτερη επένδυση που έχει γίνει ποτέ στο πεδίο αυτό. Επίσης, έχουν παρουσιαστεί στοιχεία για την πορεία συμβασιοποιήσεων/διαγωνισμών και τις πηγές χρηματοδότησης (Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΤΕπ, ΕΣΠΑ).
Ο Κωνσταντέλλος, ωστόσο, έθεσε το πολιτικά «ενοχλητικό» -αλλά θεσμικά κρίσιμο- ερώτημα: πώς μεταφράζεται αυτό στον δήμο; Στην πρακτική δυνατότητα ενός ΟΤΑ να ενισχύσει στόλο, προσωπικό, πρόληψη, καθαρισμούς, αντιπλημμυρικές παρεμβάσεις, επιχειρησιακά σχέδια. Διότι η τοπική κοινωνία, όταν έρθει η κρίση, δεν θα αξιολογήσει την πολυπλοκότητα των ροών χρηματοδότησης. Θα αξιολογήσει το αποτέλεσμα στο πεδίο.
Το κλειδί για να διαβαστεί σωστά η παρέμβαση Κωνσταντέλλου είναι ότι δεν προσπάθησε να «μετακυλίσει» την ευθύνη. Αντίθετα, κινήθηκε σε μια γραμμή που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί θεσμικός ρεαλισμός: ναι, το κράτος έχει κάνει βήματα (θεσμική αναβάθμιση πολιτικής προστασίας, μεγάλα προγράμματα, προμήθειες), αλλά αν οι δήμοι δεν έχουν σταθερό, προβλέψιμο και διαφανές πλαίσιο πόρων και αρμοδιοτήτων, θα συνεχίσει να υπάρχει το ίδιο πρόβλημα: στην κρίσιμη ώρα, ο δήμαρχος θα είναι μπροστά και μετά θα βρίσκεται και στο εδώλιο της δημόσιας κριτικής.
Καθαρή κατανομή αρμοδιοτήτων
Αυτό που ζητά η ΚΕΔΕ -και αυτό που υπερασπίστηκε ο Κωνσταντέλλος- είναι μια συμφωνία «ενηλίκων» ανάμεσα στα επίπεδα διακυβέρνησης: καθαρή κατανομή αρμοδιοτήτων, μόνιμοι πόροι που να αντιστοιχούν στις απαιτήσεις και εργαλεία που να φτάνουν εγκαίρως εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται.
Στον πυρήνα του μηνύματός του υπάρχει ένα θεσμικό αξίωμα που δύσκολα αμφισβητείται: αν η Πολιτεία θέλει δήμους-πυλώνα πολιτικής προστασίας, πρέπει να τους δώσει και την υποδομή του πυλώνα. Όχι για να «αδειάσει» η κεντρική διοίκηση, αλλά για να λειτουργήσει επιτέλους ένα σύστημα που δεν θα κλονίζεται σε κάθε κακοκαιρία, σε κάθε φωτιά, σε κάθε δύσκολη μέρα.
Και αυτό, όσο και αν ενοχλεί, είναι μια αλήθεια που δεν είναι αντιπολιτευτική. Είναι διοικητική. Είναι κρατική. Και κυρίως, είναι προϋπόθεση για να μη μετράμε κάθε χρόνο τα ίδια κενά με μεγαλύτερο κόστος.












