Σε μια εποχή όπου ολοένα και περισσότερα παιδιά μεγαλώνουν με δύο μητρικές γλώσσες, ερευνητική ομάδα του Πανεπιστήμιο του Νότιγχαμ, με επικεφαλής την Ελληνίδα νευροεπιστήμονα Ευστρατία Παπουτσέλου, διερεύνησε κατά πόσο η διγλωσσία επηρεάζει τη σύνδεση μητέρας και παιδιού σε επίπεδο εγκεφαλικής λειτουργίας.
Η μελέτη εστίασε στον λεγόμενο «εγκεφαλικό συγχρονισμό», δηλαδή στην ταυτόχρονη δραστηριότητα νευρωνικών δικτύων μεταξύ ανθρώπων που αλληλεπιδρούν. Όπως εξηγεί η κ. Παπουτσέλου, ο συγχρονισμός αυτός θυμίζει μουσικά όργανα που παίζουν μαζί: δεν ακολουθούν απαραίτητα τον ίδιο ρυθμό, αλλά τελικά συντονίζονται, δημιουργώντας ένα αρμονικό αποτέλεσμα που ενισχύει την επικοινωνία και τον συναισθηματικό δεσμό.
Το πείραμα: Παιχνίδι σε δύο γλώσσες
Στην έρευνα συμμετείχαν 15 ζεύγη μητέρων και παιδιών, που ζουν στη Βρετανία. Οι μητέρες, μέσης ηλικίας 38 ετών, είχαν διαφορετικές μητρικές γλώσσες και άριστη γνώση αγγλικών. Τα παιδιά, ηλικίας 3–4 ετών, είχαν γεννηθεί στη χώρα και μεγάλωναν σε δίγλωσσο περιβάλλον.
Οι ερευνητές επέλεξαν τη νηπιακή ηλικία, καθώς θεωρείται κρίσιμη περίοδος για την ανάπτυξη της γλώσσας και των κοινωνικών δεξιοτήτων.
Με τη μέθοδο του hyperscanning – δηλαδή την ταυτόχρονη καταγραφή της εγκεφαλικής δραστηριότητας δύο ατόμων που αλληλεπιδρούν – μητέρες και παιδιά φορούσαν ειδικούς αισθητήρες (fNIRS) κατά τη διάρκεια ελεύθερου παιχνιδιού.
Το πείραμα περιλάμβανε τρεις συνθήκες:
-
Παιχνίδι στη μητρική γλώσσα της μητέρας
-
Παιχνίδι στα αγγλικά
-
Παιχνίδι χωριστά, χωρίς αλληλεπίδραση
Τα ευρήματα: Η δεύτερη γλώσσα δεν αποδυναμώνει τη σύνδεση
Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό Frontiers (Frontiers in Cognition), έδειξαν ότι ο εγκεφαλικός συγχρονισμός εμφανίστηκε και στις δύο γλωσσικές συνθήκες.
«Είναι ένα σημαντικό εύρημα, διότι υποδηλώνει ότι η χρήση μιας δεύτερης γλώσσας δεν διαταράσσει τη σύνδεση μεταξύ των εγκεφάλων», επισημαίνει η κ. Παπουτσέλου.
Ο συγχρονισμός ήταν εντονότερος στον προμετωπιαίο φλοιό – περιοχή που σχετίζεται με τη λήψη αποφάσεων, τη συνεργασία και τη ρύθμιση των συναισθημάτων – ενώ παρατηρήθηκε επίσης στην κροταφοβρεγματική περιοχή, που συνδέεται με την κατανόηση των προθέσεων και των συναισθημάτων του άλλου.
Γιατί έχει σημασία η έρευνα
Σύμφωνα με στοιχεία του Πανεπιστημίου του Νότιγχαμ, το ποσοστό των δίγλωσσων οικογενειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκε από 8% το 2014 σε 15,6% το 2023. Ωστόσο, τα δίγλωσσα παιδιά συχνά αποκλείονται από επιστημονικές μελέτες, με αποτέλεσμα τα δεδομένα να μην αντικατοπτρίζουν πλήρως τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα.
Η μελέτη επιχειρεί να καλύψει αυτό το κενό, δείχνοντας ότι η γλωσσική εναλλαγή δεν αποδυναμώνει τον συναισθηματικό και νευρωνικό δεσμό μητέρας-παιδιού.
Η ερευνητική ομάδα σχεδιάζει να επεκτείνει τη μελέτη σε οικογένειες με διαφορετικά επίπεδα γνώσης αγγλικών, καθώς και σε αλληλεπιδράσεις παιδιών με άλλα μέλη του οικογενειακού και κοινωνικού τους περιβάλλοντος. Παράλληλα, εξετάζεται η αλληλεπίδραση μέσω παιχνιδιού μεταξύ μητέρων και παιδιών με κοχλιακά εμφυτεύματα.
Το βασικό μήνυμα
Η διγλωσσία δεν φαίνεται να αποτελεί εμπόδιο στη νευρωνική και συναισθηματική σύνδεση γονέα και παιδιού. Αντίθετα, το κοινό παιχνίδι και η αλληλεπίδραση – ανεξαρτήτως γλώσσας – παραμένουν ο πυρήνας της σχέσης και της ανάπτυξης του παιδιού.












