
Υπάρχουν χώρες που παλεύουν με τα προβλήματά τους. Και υπάρχουν χώρες που παλεύουν με τον ίδιο τους τον εαυτό. Η Ελλάδα του 2026 μοιάζει να ανήκει και στις δύο κατηγορίες. Από τη μία, μια κοινωνία που προσπαθεί να σταθεί όρθια, να δουλέψει, να καινοτομήσει, να προχωρήσει. Από την άλλη μια επίμονη κουλτούρα απαισιοδοξίας, συνεχούς άρνησης, μιζέριας, διχασμού και θεσμικής υπονόμευσης. Υπάρχει μια μεγάλη μερίδα πολιτών, που είναι κολλημένη σε συγκεκριμένα αφηγήματα, αρνούμενη ν ακούσειτην αλήθεια, τη φωνή της λογικής, την οποία ακολουθεί μια άλλη μεγάλη μερίδα, αυτή της αποκαλούμενης και σιωπηρής πλειοψηφίας. Τελευταίο, επίκαιρο παράδειγμα:
Όχι μόνον λίγοι ασχολήθηκαν με όσα πριν από λίγες ημέρες είπε σε συνέντευξή του ο Νίκος Πλακιάς, πατέρας δίδυμων κοριτσιών, που σκοτώθηκαν στα Τέμπη, (σε αντίθεση με τους πολλούς που εξακολουθούν να ασχολούνται με τις θεωρίες συνωμοσίας της Μαρίας Καρυστιανού) αλλά πολλοί, πάρα πολλοί στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, έφτασαν στο σημείο να ειρωνευτούν τον δύστυχο πατέρα για όσα υποστήριξε. Και τι υποστήριξε; Ότι εξαρχής, ήταν αντίθετος στο σενάριο του ξυλολίου και στη θεωρία ότι το τρένο μετέφερε «παράνομο» υλικό. Ότι του τηλεφώνησε ο πρώην πρόεδρος του ΕΟΔΑΣΑΑΜ Χρήστος Παπαδημητρίου και του ζήτησε συγγνώμη για το πόρισμα και το δήθεν παράνομο φορτίο, λέγοντάς του «δέχθηκα πιέσεις». Και ακόμη ότι όταν συγγενής θύματος επιχείρησε να δώσει στον ανακριτή το στικάκι με τα βίντεο που αποδείκνυαν ότι δεν υπάρχει παράνομο φορτίο, δικηγόροι συγγενών θυμάτων πίεζαν να μην το κάνει, με την αιτιολογία ότι «δεν μας βολεύει». Πάμε παρακάτω: Τα τελευταία χρόνια, η χώρα κατέγραψε ρυθμούς ανάπτυξης που ξεπέρασαν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, η ανεργία υποχώρησε από τα εφιαλτικά επίπεδα του 27% της κρίσης σε μονοψήφια ποσοστά, οι εξαγωγές αυξήθηκαν θεαματικά, οι ψηφιακές συναλλαγές με το Δημόσιο πολλαπλασιάστηκαν. Πάνω από 1.500 ψηφιακές υπηρεσίες είναι πλέον διαθέσιμες, περιορίζοντας δραστικά τη γραφειοκρατία. Δεν είναι μικρά πράγματα αυτά.
Και όλα αυτά αναφέρονται σε μια Ελλάδα που δεν φωνάζει, δουλεύει.Σε μια Ελλάδα, όπου νέοι εργαζόμενοι παλεύουν για ένα καλύτερο αύριο. Σε μια Ελλάδα που επιχειρήσεις επενδύουν σε τεχνολογία, αγρότες που προσπαθούν να σταθούν σε ένα ανταγωνιστικό ευρωπαϊκό περιβάλλον, επαγγελματίες που συνεχίζουν να παράγουν, εν μέσω συνεχιζόμενης γραφειοκρατίας και αυστηρής ακόμη φορολογίας.
Κι όμως, δίπλα της υπάρχει η άλλη όψη. Η Ελλάδα της συνεχούς «κλάψας», των θεωριών συνωμοσίας ,των κυκλωμάτων, της κατάχρησης, της ατιμωρησίας.
Στο ίδιο σκηνικό, βλέπουμε δημόσιους λειτουργούς να εμπλέκονται σε κυκλώματα διαφθοράς, αστυνομικούς να συλλαμβάνονται για συμμετοχή σε υποθέσεις διακίνησης ναρκωτικών, ακόμη και στρατιωτικούς να κατηγορούνται για κατασκοπεία. Πρόκειται για μεμονωμένες ασφαλώς περιπτώσεις, αλλά όταν επαναλαμβάνονται, παύουν να είναι απλώς «εξαιρέσεις». Γίνονται σύμπτωμα.
Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ο δημόσιος διάλογος συχνά δηλητηριάζεται από ανορθολογισμό. Η ιστορία με το «ξυλόλιο» δεν ήταν απλώς μια γραφική υπερβολή. Ήταν ένδειξη του πόσο εύκολα η παραπληροφόρηση μπορεί να μετατραπεί σε πολιτικό εργαλείο. Σε μια χώρα που επλήγη σκληρά από πανδημία και οικονομική κρίση, η επιστημονική τεκμηρίωση θα έπρεπε να είναι αδιαπραγμάτευτη. Κι όμως, συχνά θυσιάζεται στον βωμό της εντύπωσης.
Η πολιτική διάσταση είναι αναπόφευκτη. Η κυβέρνηση, που προφανώς έχει κάνει λάθη,προωθεί μεταρρυθμίσεις: ψηφιοποίηση του κράτους, επενδυτικά κίνητρα,μείωση φόρων και εισφορών, αλλαγές στην αγορά εργασίας, αυξήσεις κατώτατου μισθού, συντάξεων και μισθών, κινούμενη μέσα στα πλαίσια των δημοσιονομικών δεδομένων. Για να μην βρεθούμε ξανά προ των πυλών νέας πτώχευσης.
Στην απέναντι όχθη, τα συστημικά κόμματα ΠΑΣΟΚ και ΣΥΡΙΖΑ τάζουν … «λεφτόνεντρα», ασκούν «τοξική» κριτική, οι δε «αντισυστημικοί» το μόνο που κάνουν είναι να υπονομεύουν τους θεσμούς. Ναι,η αντιπολίτευση οφείλει να ελέγχει — αυτός είναι ο ρόλος της. Όμως η συνεχής καταγγελία χωρίς πειστική εναλλακτική συχνά εγκλωβίζει τον δημόσιο διάλογο σε έναν φαύλο κύκλο άρνησης.
Το πρόβλημα δεν είναι η διαφωνία. Είναι η ευκολία του «όχι» και η δυσκολία του «πώς». Πώς θα αυξηθεί η παραγωγικότητα; Πώς θα περιοριστεί η φοροδιαφυγή που κοστίζει δισεκατομμύρια ετησίως; Πώς θα ενισχυθεί η Δικαιοσύνη ώστε οι υποθέσεις διαφθοράς να τελεσιδικούν σε λογικό χρόνο; Πως θα αυξηθεί περαιτέρω το εισόδημα εργαζομένων και συνταξιούχων; Αυτά τα «πώς» απαιτούν σχέδιο, σύγκρουση και πολιτικό κόστος. Η κυβέρνηση ναι κάνει λάθη ,αλλά έχει σχέδιο, λαμβάνει μέτρα και υπόσχεται «συγκρούσεις». Η αντιπολίτευση τι; Συνεχή καταγγελία, σκανδαλολογία, άρνηση σε όλα, ακόμη και μη συμμετοχή στον διάλογο για αναθεώρηση του Συντάγματος, με μόνο αιτιολογικό «επειδή την προτείνει η παρούσα κυβέρνηση».
Ναι έχουμε δυο ,,,Ελλάδες σήμερα. Την Ελλάδα της δημιουργίας και της προκοπής από τη μια μεριά και την Ελλάδα της «μιζέριας» και της θορυβώδους καταγγελίας από την άλλη. Και είναι κατά πως φαίνεται θέμα νοοτροπίας και αρχών , από τις οποίες διακατέχονται κόμματα και πολίτες. Και από το ποιά «νοοτροπία» θα επικρατήσειθα κριθεί αν η χώρα προχωρήσει μπροστά ή θα ανακυκλώνει τα ίδια της τα λάθη, συνεχίζοντας να παλεύει με τα προβλήματά της και τον ίδιο της τον εαυτό. Στο τέλος της ημέρας, η Ελλάδα δεν θα κριθεί από «μιζέρια», κραυγές και αναρτήσεις με θεωρίες συνωμοσίας στα κοινωνικά δίκτυα. Θα κριθεί (και) από το αν θα τολμήσει να συγκρουστεί με τον κακό της εαυτό, όπως έχει υποσχεθεί η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Αλλά κυρίως θα κριθεί από τη στάση της αποκαλούμενης «σιωπηρής πλειοψηφίας».Της «σιωπηρής πλειοψηφίας», που δεν οργανώνει κραυγές στα τηλεοπτικά πάνελ.Που εργάζεται, πληρώνει φόρους και ζητά σταθερότητα.. Που με την στάση και την ψήφο της έχει πολλές φορές επιβάλει την κανονικότητα της ευθύνης και της λογικής.











